Ο πλάτανος


Γράφει ο Θανάσης Ι. Νικολαΐδης

ΧΡΟΝΙΑ εκεί κι όλο μεγάλωνε τη σκιά του. Είδε πολλά ο πλάτανος κι άλλα τόσα είχε να δει, αν κάποιοι δεν του κόνταιναν, απότομα, μια νύχτα τη ζωή. Εκεί ξαπόσταινες, στης φυλλωσιάς τον ίσκιο, στην άκρη της πλατείας, με τα μικρά τα μαγαζιά, τα κάρα, τα φτωχόσπιτα. Εκεί σου χάιδευε τ’ αυτιά το αγέρι, γαλήνευες, όσο μπορεί το θρόισμα να γαληνέψει μια ψυχή για χίλια αγριεμένη, μέρα και νύχτα τρομαγμένη. Σου ‘μέρευε την ψυχή, μέχρι άλλα κι άλλα να την τρομάξουν.

ΜΠΟΡΕΣΕ κι άντεξε ο γεροπλάτανος, κόντρα σε μπόρες και πολέμους. Σφαίρες τον πλήγωσαν, τσεκούρια τον πελέκησαν, καρφιά του κέντησαν τη φλούδα, μα τίποτα δεν μπόρεσε την περηφάνια του να λιγοστέψει.

ΔΕΝ το’ χε η μοίρα του κι ήρθε το τέλος πριν την ώρα του. Δύσκολη η ώρα του θανάτου, σαν είναι βίαιος, από ανθρώπου χέρι. Τον βάλανε σημάδι οι αντάρτες κι ένα βράδυ τον χτύπησαν με δυναμίτη. Δεν είχε άλλα θύματα, λες κι έπρεπε ένα και μοναδικό να’ ναι το θύμα. Το ίδιο βράδυ, ανοίξανε το ζαχαροπλαστείο του «Δ» και κάνανε γιουρούσι στα γλυκά. «Πεινούσαμε» θα πει αργότερα ο πρωτεξάδελφος ο Κώτσος.

Το ίδιο βράδυ, «χτύπησαν» και το μπακάλικο του «Μπ». Δίπλα στον πλάτανο. Εκεί να δεις βιασύνη, μη τους πάρει χαμπάρι ο εχθρός. Πέντ’ έξι αντάρτες τρύπωσαν στην αποθήκη βιαστικά κι άρπαξανε τη σέσουλα. Ο ένας κράταγε το σακί ανοιχτό κι ο άλλος άδειαζε, με βουλιμία, το ρύζι, το αλεύρι, τα φασόλια. Για λάδια και για βούτυρα δεν είχαν χρόνο, τους έλειπε το μέσο να τα συσκευάσουν. Άρπαξαν ό,τι μπόρεσαν, ό,τι πρόλαβαν κι η ματιά τριγύρω ερευνούσε ανήσυχη μην έρθει «ξένος», μην έρθει ο κύρης που του διαγούμιζαν το βιος. Από ντάνα σε ντουλάπι κι από ράφι σε τσουβάλι, με σβελτάδα και αγωνία, τίποτα δεν θ’ άφηναν από όσπρια, ελιές κι αλάτι και μόνο για λεφτά δεν έψαξαν-τι να τα κάνουν…Είχε το μαγαζί ηλεκτρικό, μα δεν το άναψαν-έξω γινόταν χαλασμός.

ΓΙΑ μια στιγμή, κάτι ακούνε δίπλα τους και σήκωσαν το βλέμμα βιαστικό. Δυο τρεις απ’ τους «άλλους» είχαν τρυπώσει κι αυτοί στο μεγαλομπακάλικο. Για την ίδια δουλειά και με τον ίδιο τρόπο, αλλά όχι για τον ίδιο λόγο και σκοπό. Δεν πεινούσαν οι «αστοί», ούτε συνήθιζαν να κλέβουν έτσι…ξεδιάντροπα, σαν τους αντάρτες. Δίπλα τους άδειαζαν κι αυτοί εμπόρευμα. Γέμιζαν με γρηγοράδα τα σακιά κι ούτε που ο ένας κοίταζε τον άλλο.

Μέχρι που γέμισαν  τα σακιά, τα φόρτωσαν στην πλάτη και βγήκαν απ’ το μαγαζί. Όλοι μαζί, ταυτόχρονα. Αντάρτες και «εθνικοί», χωρίς να κοιταχτούν στα μάτια, χωρίς να ερευνήσει καθένας τους τον άλλο για τις προθέσεις του. Κοιτάχτηκαν αστραπιαία, και ξανάπεσε στη λεία το βλέμμα. Το’ ξερε η ψυχή τους κι ήταν αρκετό. Το ζήταγε η αυτοσυντήρηση κι ήταν φυσικό. Να τσακωθούν εκεί μέσα; Κακό του κεφαλιού τους. Να σκοτωθούν, μη δεν προλάβουν; Ποιος πρώτος να τραβήξει τη σκανδάλη; Κανένας τους δεν σήκωσε το όπλο, όσο κρατούσε το διαγούμισμα του ξένου μαγαζιού. Μια δύναμη τους κράταγε καρφωμένους μιαν ανάσα τον έναν απ’ τον άλλο, έδιωχνε τη σκέψη πως έξω ήταν εχθροί, έδιωχνε και το δάχτυλο απ’ τη σκανδάλη. Και κράτησε η «ανακωχή» όσο η αρπαγή. Τέλειωσαν και οι δυο πλευρές και βγήκαν, ανήσυχοι, με γρηγοράδα. Ξεφόρτωσαν το «θησαυρό» κι αρπάξαν’ το τουφέκι. Ξανάγιναν εχθροί. Συνέχισαν «κανονικά», σαν αντιμάχοι που’ χαν για λίγο συμφιλιωθεί.

H μάχη κράτησε ως το πρωί. Λυσσώδης, όπως πάντα. Ποιος πρώτος θα φάει το λαρύγγι του άλλου, να μοιρολογάει η μάνα του, τα’ αδέρφια του να καλίνε, να μαυροφορεθούν οι αδερφές. Πριν ξημερώσει, οι αντάρτες τράβηξαν για το βουνό. Την άλλη μέρα, η λεία μοιράστηκε δίκαια και φανερά. Οι «άλλοι» την εξαφάνισαν. Κατά την «ιδεολογία» του έκαστος…

ΤΟΝ κλάψαμε τον πλάτανο. Μας είχε σημαδέψει ο θάνατός του φέρνοντας μνήμες στο μυαλό. Ό,τι στον ίσκιο του περάσαμε κι είχε ριζώσει μέσα μας. Πολλά ήξερε αυτός ο γεροπλάτανος, το νιώθαμε, θα κλαίγαμε στο χαμό του, αν μας προλάβαινε. Σωριάστηκε καταγής και το πρωί μας σούβλισε η θέα την καρδιά. Στα τρία ο κορμός, τριγύρω τα κλωνάρια του πεσμένα καταγής κι ας μέχρι χτες καθένα τους έχασκε απ’ το δικό του ύψος. Γύρω κλαδάκια, φύλλα, φλούδες, ένα «γιατί» στη σκέψη μας κι ένα κεντρί να μας σουβλίζει την καρδιά. Δεν έχει γιατί, στα χρόνια εκείνα της αδερφοσφαγής, όποια κι αν είχε αιτία. Μόνο που σ’ έναν πόλεμο ελλήνων με έλληνες, σε μια συμπλοκή ντόπιων με ντόπιους, συγχωριανών που ζήσαν’ και μεγάλωσαν μαζί, όλα πονάνε πιο πολύ κι ο πόνος δεν ξεχνιέται. Ούτε ‘μολογιέται, μιας κι είναι ντροπή να καυχιέται ο ένας για κατορθώματα κι ο άλλος να μοιρολογάει γιa ό,τι μπορούσε ν’ αποφύγει. Aν, βέβαια, το μπορούσε.

Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Άρθρα καὶ σημειώθηκε ὡς . Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.