Η οικονομία της πλάκας και τα “τζάκια” των Αθηνών


Τους βλέπεις τους φουκαράδες να παρουσιάζονται σαν αριστοκράτες και δεν πιστεύεις σ’ αυτό που βλέπεις. Νομίζεις ότι είναι απόγονοι κραταιών φεουδαρχών, που οι ρίζες τους χάνονται μέσα στους αιώνες κι αυτοί είναι παιδιά ανθρώπων που μέχρι πριν λίγες δεκαετίες μοίραζαν την ελιά στα τέσσερα για να “διασκεδάσουν” την πείνα τους. Οι περισσότεροι σημερινοί “κραταιοί” Έλληνες μεγαλοαστοί, είναι άνθρωποι που έφαγαν για πρώτη φορά κρέας μόλις διορίστηκαν στο “δημόσιο”. Το ίδιο κάνουν και τα παιδιά τους σήμερα. Πρώτα εξασφαλίζουν το “κρέας” με έναν καλό διορισμό στο δημόσιο και μετά αναζητούν και τη “δόξα”.

Αφού πρώτα “γεμίσουν” τις άδειες κοιλιές τους, στη συνέχεια αναλαμβάνουν να μας “σώσουν”. Η ειρωνεία είναι ότι προσπαθούν να μας πείσουν για την αξιοσύνη τους, προβάλλοντας ως απόδειξη των ικανοτήτων τους την “επιτυχημένη” καριέρα τους στο δημόσιο. Το γεγονός ότι μέσα σ’ αυτό τους έβαλε αυθαίρετα ο εξίσου “πετυχημένος” πατέρας τους το “ξεχνούν”. Αυτοί όλοι είναι ο απόλυτος ορισμός του φτωχού, που είναι κομπλεξικός φουκαράς. Εξευτελίζονται για να φάνε ένα κομμάτι ψωμί και μετά θέλουν να παρακάμψουν τους άξιους, που ποτέ δεν παρακάλεσαν κι ούτε “έγλειψαν” για να επιβιώσουν. Αυτοί οι πραγματικά ξεφτίλες δεν μπαίνουν στην “τρύπα” τους ν’ απολαύσουν τα κλοπιμαία τους, όπως κάνουν όλα τα τρωκτικά που ζουν παρασιτικά. Μόλις χορτάσουν, βγαίνουν στα “ξέφωτα” και μας ζητούν να τους εμπιστευτούμε για να μας “σώσουν”.

Δεν είναι ταπεινωτικό να είσαι φτωχός, ούτε ένδειξη κατωτερότητος. Κολοσσοί της γνώσης και πραγματικές ευφυΐες επέλεξαν να ζήσουν φτωχά, γιατί δεν θεώρησαν άξιο λόγου να θυσιάσουν έστω και μία ώρα από τη ζωή τους για να συγκεντρώσουν πλούτο. Ο ίδιος ο Χριστός εμφανίστηκε κι έζησε ως φτωχός κι απέδειξε με μεγάλη ευκολία ότι ήταν Θεός. Ο Μέγιστος των κεφαλαιοκρατών χάρισε το Κεφάλαιό Του και δεν επεδίωξε να το εκμεταλλευτεί, εισπράττοντας τον πλούτο που αυτό το κεφάλαιο μπορούσε να παράγει. Το ταπεινωτικό —και ένδειξη κατωτερότητος— είναι να είσαι κομπλεξικός και ψωροφαντασμένος δούλος. Να αισθάνεσαι και να ζεις σαν τρωκτικό και, μόλις χορτάσεις, να νομίζεις ότι είσαι λέοντας. Οι λέοντες δεν ζουν με χαριστικούς μισθούς, παρακάλια και “βύσματα”. Οι λέοντες αποφασίζουν μόνοι τους πώς θα ζήσουν και πολλοί απ’ αυτούς επέλεξαν να ζήσουν φτωχά, γιατί απλούστατα ακολούθησαν με τη γενναιότητα που τους διακρίνει κάποιες άλλες επιλογές.

Οι ισχυροί των Αθηνών όλα αυτά τα αγνοούν, γιατί είναι κομπλεξικοί και φουκαράδες. Είναι δουλοπάροικοι και την νοοτροπία των πατέρων τους διαιωνίζουν. Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, με την έννοια “δουλοπάροικος” δεν εννοούμε τον δυστυχή φτωχό, που έχυνε το αίμα του για να συντηρήσει τον εαυτό του και την οικογένειά του και που σήμερα δεν υφίσταται ως ιδιότητα μέσα στην ελληνική κοινωνία. Με την έννοια αυτή προσδιορίζουμε αυτούς που έχουν κάνει φιλοσοφία ζωής τη συμπεριφορά των αγράμματων δουλοπάροικων, ασχέτως αν έχουν μορφωθεί στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Μιλάμε γι’ αυτούς που χρησιμοποιούν ως άλλοθι τη φτώχεια, για να δικαιολογήσουν τη δουλικότητά τους. Μιλάμε γι’ αυτούς που, προκειμένου να γεμίσουν την κοιλιά τους και να ικανοποιήσουν τα πάθη τους, φιλάνε τα χέρια των βασανιστών τους.

Ο δουλοπάροικος στον οποίο αναφερόμαστε είναι αυτός που μισεί τους απελευθερωτές και λατρεύει τους “καλούς” κυρίους που συντηρούν τις ψευδαισθήσεις του και του εξασφαλίζουν την εύκολη επιβίωση. Είναι αυτός που παρέδιδε τη γυναίκα του στον φεουδάρχη χωρίς αντίσταση, μόνο και μόνο για να μη στερηθεί την εύνοιά του. Πνευματικά παιδιά αυτών των ανθρώπων είναι οι σημερινοί μεγαλοαστοί εξουσιαστές μας και γι’ αυτόν τον λόγο εκβιάζονται εύκολα από αυτούς που “πίνουν” το αίμα των λαών. Εκβιάζονται εύκολα, γιατί φοβούνται το “ξεβόλεμα”, όπως το φοβούνταν κάποτε και οι “πατέρες” τους, που ήταν οι σπιούνοι των φεουδαρχών.

Όποιος από τους επαγγελματίες “σωτήρες” μας νομίζει ότι θίγεται κι αδικείται από τον γράφοντα, ας διαμαρτυρηθεί, δηλώνοντας όμως πρώτα πώς εξασφάλιζε τα προς του ζην πριν ξεκινήσει τη “μεσσιανική” αποστολή του. “Μεσσίες”, που θέλουν να γίνουν πλούσιοι εις βάρος αυτών που “σώζουν”, είναι μόνον οι φουκαράδες δουλοπάροικοι στους οποίους αναφερθή­καμε. Τα παιδιά αυτών των δουλοπάροικων ζηλεύουν τους πλούσιους κι αναλαμβάνουν εργολαβικά να τους πολεμήσουν, για να γίνουν και οι ίδιοι πλούσιοι. Αρκεί να γίνουν πλούσιοι και δεν τους ενδιαφέρει πόσοι, ποιοι, πώς και πόσο θα πληρώσουν. Γι’ αυτόν τον λόγο λέμε ότι είναι κομπλεξικοί. Ο κομπλεξικός νομίζει ότι μόνον οι πλούσιοι έχουν αξία και μάχεται με κάθε τρόπο —και χρησιμοποιώντας κάθε μέσο— να νικήσει τη φτώχεια του. Αυτός “ξεχνάει” ποιος ήταν και διαγράφει από τη μνήμη του ό,τι τον ενοχλεί κι έχει σχέση με την προηγούμενη κατάσταση φτώχειας που βίωνε. Αυτή η εσκεμμένη κι επιλεκτική διαγραφή είναι η απόδειξη ότι σίγουρα αισθανόταν κάποτε κατώτερος. Όμως, ακόμα και με βασιλείς να συναναστρέφεσαι, αυτό το κόμπλεξ είναι κάτι το οποίο πάντα θα σε “πληγώνει”.

Αυτής της καταγωγής και νοοτροπίας είναι οι σημερινοί Έλληνες “αριστοκράτες” της εξουσίας, που αγωνιούν για την επιβίωση της Καρέτα-Καρέτα και δεν αντιλαμβάνονται τις “ταπεινές” αγωνίες των ανέργων και των συνταξιούχων. Αυτοί δεν αγωνιούν για το μεροκάματο, όπως αγωνιούν τα παιδιά όλων των υπόλοιπων Ελλήνων. Ας είναι καλά το “μαγαζί” του μπαμπά, που λέγεται “ελληνικό κράτος Α.Ε.”. …”Σήμερα θα διοριστούμε σε μια κρατική τράπεζα να παριστάνουμε τους τεχνοκράτες και να κάνουμε γνωριμίες και αύριο έχει ο Θεός. Γιατί όχι και πρωθυπουργοί; Τα άλλα τα παιδιά είναι καλύτερα από το δικό μας το παιδί;”. Έτσι σκέφτονται όλοι οι Έλληνες μεγαλοαστοί-“συνιδιοκτήτες” του ελληνικού κράτους. Υπάρχει έστω και ένα παιδί Έλληνα μεγαλοαστού, που να μην έχει προσκολληθεί σαν βδέλλα στο κρατικό “βυζί”, όπως το ρεμάλι ο πατέρας του; Υπάρχει έστω και ένα παιδί Έλληνα μεγαλοαστού, που να επιβιώνει, είτε ως εργάτης είτε ως πραγματικός κεφαλαιο­κράτης; Πόσο θράσος πρέπει να έχει ένα τέτοιο άτομο, όταν ζητάει από τους υπόλοιπους Έλληνες να του παραδώσουν την εξουσία, γιατί είναι “άξιος” κι έχει τις λύσεις; Ποιες λύσεις; Οι μόνες λύσεις που έχει αφορούν τα παιδιά του, που, όταν έρθει η ώρα, θα τα διορίσει στην ίδια “επιχείρηση” που κληρονόμησε κι αυτός από τον πατέρα του;

Βλέπουμε λοιπόν ότι αυτοί που επιβιώνουν, διαιωνίζοντας άσχημες καταστάσεις, είναι οι ίδιοι που θέλουν να μας “σώσουν” απ’ αυτές. Νεόκοπες Αντουανέττες, που προτείνουν στον λαό που δεν έχει να φάει “ψωμί” να δοκιμάσει το “παντεσπάνι”. Έτρωγαν “παντεσπάνι” και στο χωριό τους τα νεόπλουτα “ψώνια”. Τα περίφημα “τζάκια” της Αθήνας είναι οίκοι βάρβαρων και πρώην θεόφτωχων ανθρώπων, που μεγάλωσαν σε παράγκες και σήμερα, επειδή χόρτασαν “ψωμί”, όταν δεν νομίζουν ότι είναι θεοί, περιορίζονται στο να νομίζουν ότι είναι αριστοκράτες και μέλη του διεθνούς jet-set. Αυτός όμως που μεγαλώνει σε “παράγκα”, ακόμα και σε παλάτι να κατοικήσει, τους τρόπους της “παράγκας” θα μεταφέρει στα παιδιά του. Το αξιοπερίεργο στην Ελλάδα είναι ότι “παράγκες” είναι ακόμα και οι οίκοι των περισσοτέρων σύγχρονων ισχυρών Αθηναίων του κεφαλαίου. Αν και κεφαλαιοκράτες, ούτε αυτοί μπόρεσαν να νικήσουν την παιδεία των δουλοπάροικων που πήραν από τους πατέρες τους. Αυτός είναι κι ο λόγος που, παρ’ όλο που όλοι αυτοί είναι κεφαλαιοκράτες, μοιάζουν στη νοοτροπία με τους μεγαλοαστούς.

Βλέπεις ισχυρό κεφαλαιοκράτη της Αθήνας, που κατοικεί σε σπίτι αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων δραχμών κι αυτός απασχολεί στο εργοστάσιό του ανασφάλιστους εργάτες. Έχει πλούτο να θρέψει και τα δισέγγονά του κι ακόμα “κλέβει” τους εργάτες. Αυτοί είναι οι τρόποι της “παράγκας”. Ο μίζερος δουλοπάροικος, όσο κι αν πετύχει στη ζωή του, πάντα τη μιζέρια του θα τη “βγάζει” πάνω στον εργάτη. Κανένας κεφαλαιοκράτης —απόγονος κεφαλαιοκρατών— που σέβεται τον εαυτό του, δεν αδικεί τους εργάτες. Ο αυθεντικός κεφαλαιοκράτης τους εργάτες τους σέβεται, γιατί τους αντιλαμβάνεται ως συνεργάτες και όχι σαν δούλους. Ο κεφαλαιοκράτης που παραμένει στην αγορά, έχοντας ως κέρδος μόνον τα “κλοπιμαία” από τον εργάτη, πρέπει να πάει να “πνιγεί”. Οι κεφαλαιο­κράτες-βιομήχανοι, που αδικούν τους εργάτες, θα “πρέπει” ν’ “αποκεφαλίζονται” στις πλατείες, όχι από τους εργάτες, αλλά από τους συναδέλφους τους. Δεν έχουν κανέναν λόγο οι σοβαροί κεφαλαιοκράτες ν’ ανέχονται καραγκιόζηδες, που “μένουν” στην αγορά με αθέμιτα μέσα κι εξευτελίζουν την ιδιότητά τους.

Είναι αθέμιτο μέσο ο αυθαίρετος περιορισμός του μισθού του εργάτη. Πριν φτάσει κάποιος σ’ αυτόν τον περιορισμό, θα πρέπει να λύσει τα προβλήματα του κεφαλαίου και όχι —στο όνομα υποτίθεται του ανταγωνισμού— να τα “φορτώσει” στον εργάτη. Είναι εξευτελισμός να παρουσιάζεται κεφαλαιοκράτης, που δίνει το δικαίωμα στους εργάτες να τον “φτύνουν” στα μούτρα. Οι σοβαροί κεφαλαιοκράτες πρέπει να λύσουν μόνοι τους τα προβλήματα του κεφαλαίου κι αυτά τα προβλήματα δεν έχουν σχέση με τον εργατικό μισθό. Αυτά τα προβλήματα έχουν σχέση με τον σχεδιασμό της οικονομίας. Έναν σχεδιασμό που δίνει το “φιλέτο” του κέρδους του κεφαλαίου στους αδίστακτους εμπόρους κι αυτό που περισσεύει για τον κεφαλαιοκράτη το αρπάζουν —μέσω των φόρων— οι επίσης αδίστακτοι αστοί εξουσιαστές. Πριν φτάσει λοιπόν στο να περιορίσει τον μισθό του εργάτη, ας κάνει ο κεφαλαιοκράτης την αυτοκριτική του κι ας δει γιατί γίνεται το “κορόιδο” των εμπόρων.

Εξαιτίας του σχεδιασμού της οικονομίας και της άγνοιας των κεφαλαιοκρατών συμβαίνουν τραγικά πράγματα στην οικονομία. Αυτά τα τραγικά πράγματα τα πληρώνουν οι ίδιοι οι κεφαλαιοκράτες και οι εργάτες. Αυτοί δηλαδή που παράγουν τα προϊόντα που έχει ανάγκη ο άνθρωπος. “Σκοτώνονται” μεταξύ τους για πενταροδεκάρες και δεν βλέπουν ότι οι “αεριτζήδες” κλέβουν τη μερίδα του λέοντος του παραγόμενου πλούτου. Δεν βλέπουν ποιοι εισπράττουν —χωρίς το ρίσκο των κεφαλαιοκρατών και χωρίς τον κόπο των εργατών— το μεγαλύτερο μέρος του κέρδους που προσφέρει ένα προϊόν όταν αυτό καταναλώνεται.

Αν, για παράδειγμα, ένα προϊόν έχει τιμή λιανικής πώλησης 1000 δραχμές, πώς κατανέμεται σήμερα το κέρδος που αυτό προσφέρει; Ο έμπορος εισπράττει 200 δραχμές καθαρό κέρδος ανά μονάδα. Ο διαφημιστής που θα το “προωθήσει” εισπράττει άλλες 200 δραχμές. Όταν πλέον το “καταξιωμένο” προϊόν θα πωληθεί στην αγορά, έρχεται και ο μέγας “νταβατζής” της οικονομίας που είναι το κράτος και ζητάει άλλες 300 δραχμές φόρο. Από τις 400 δραχμές που απομένουν θα πρέπει να βολευτεί καί ο εργάτης καί ο κεφαλαιοκράτης. Οι 200 δραχμές θα είναι το κόστος των πρώτων υλών και της παραγωγής και οι 100 δραχμές θα είναι το μερίδιο του εργάτη. Ο αφελής κεφαλαιοκράτης δεν βλέπει τα τεράστια κέρδη των “αεριτζήδων”, που λειτουργούν παρασιτικά και εισπράττουν παράνομα τεράστια κέρδη. Πάνω στην αγωνία του ν’ αντλήσει κέρδος και να μειώσει το ρίσκο της παραγωγής, συγκρούεται με τον εργάτη για να του αποσπάσει κάποιες ασήμαντες 5 δραχμές. Αυτές όμως οι ασήμαντες 5 δραχμές είναι σημαντικές για τον εργάτη, γιατί εξαιτίας αυτών είναι δυνατόν να μην μπορεί να πληρώσει τις ασφαλιστικές του εισφορές. Συγκρούονται κατ’ αυτόν τον τρόπο οι δύο βασικοί παράγοντες της παραγωγής κι επιτρέπουν στους καραγκιόζηδες να γελούν με την αφέλειά τους. Μισεί ο ένας τον άλλο και δεν μπορούν να τα “βρουν” μεταξύ τους. Οι εργάτες μισούν τον “σκληρό” κι από τη φύση του ισχυρό κεφαλαιοκράτη και η τραγική ειρωνεία είναι ότι δίνουν την εξουσία στους “αεριτζήδες” να τους “σώσουν” από τους εχθρούς τους.

Η ιδιότητα του κεφαλαιοκράτη είναι φυσικό φαινόμενο μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία και πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται με σεβασμό από όλους και βέβαια και από τον εργάτη. Ο άνθρωπος πρέπει να σέβεται τον αγωνιστή, που θυσιάζεται γι’ αυτό στο οποίο έχει “ταχθεί”. Ο κεφαλαιοκράτης αγωνίστηκε για ν’ αποκτήσει κεφάλαιο και αγωνίζεται για να το προστα­τεύσει. Δεν αποτελεί βέβαια σε καμία περίπτωση πρότυπο για τους ανθρώπους. Είναι όμως άξιος σεβασμού, όπως είναι ο αθλητής, ο επιστήμονας και γενικά όλοι όσοι θυσιάζονται γι’ αυτό που κάνουν, άσχετα με το πόσο αξίζει αυτό που επιλέγουν να υπερασπιστούν. Πρότυπα είναι μόνον αυτοί που μπορούν να τύχουν γενικής μίμησης σ’ αυτήν την κοινωνία. Από τη στιγμή που δεν είναι δυνατόν να γίνουμε όλοι κεφαλαιοκράτες, αθλητές ή επιστήμονες, όλοι αυτοί δεν μπορούν να γίνουν πρότυπα. Όλοι αυτοί που αγωνίζονται, είτε για τ’ “ανώτερα” είτε απλά για χωράφια, για εργοστάσια και γι’ αθλητικές επιδόσεις, είναι άνθρωποι που αναζητούν το κέρδος, όποιο κι αν είναι αυτόˆ είτε υλικό είτε άυλο, είτε πλούτο είτε δόξα και φήμη.

Πρότυπο είναι πάντα ο “καλός” άνθρωπος και ποτέ ο “πετυχημένος” άνθρωπος. Ο “καλός” πολίτης και όχι ο “ισχυρός” πολίτης. Οι “πετυχημένοι” προβάλλονται εκ του πονηρού σαν πρότυπα από το σύστημα, για να σπρώξουν τον λαό σε θυσία. Το σύστημα εκμεταλλεύεται τη φυσική τάση του ανθρώπου για να ξεχωρίσει ή για να ξεφύγει από τη φτώχεια του και προβάλλει πρότυπα που τον καταστρέφουν. Μ’ αυτά τα πρότυπα το σύστημα εκμεταλλεύεται μια φυσική τάση του ανθρώπου και την κάνει αρρώστια της κοινωνίας. Τα πρότυπα πάντα υπάρχουν μέσα στην κοινωνία, για να “υπενθυμίζουν” στα μέλη της τις αντιλήψεις της περί καλού και αγαθού. Από την ποιότητα των προτύπων της κρίνεται η ποιότητα της κάθε κοινωνίας. Τα σημερινά πρότυπα είναι “πετυχημένα” πρόσωπα μιας άρρωστης κοινωνίας. Τι θα γινόταν δηλαδή αν δεν υπήρχαν τα σημερινά “πετυχημένα” πρότυπα; Οι άνθρωποι δεν θα ήθελαν να γίνουν πλούσιοι ή διάσημοι; Όλα αυτά αντιπροσωπεύουν μια φυσική τάση του ανθρώπου για διάκριση που δεν έχει ανάγκη ενίσχυσης από την καλλιέργεια των ανάλογων προτύπων.

Για ποιους όμως είναι πραγματικά απαραίτητα αυτά τα πρότυπα; Όλοι οι “πετυχη­μένοι” είναι “πρότυπα” μόνον γι’ αυτούς που έχουν ακολουθήσει τον δρόμο τους κι έχουν αποφασίσει να “πετύχουν” στον ίδιο τομέα μ’ οποιοδήποτε τίμημα. Ένας μεγάλος αθλητής είναι πρότυπο μόνο για έναν άλλο αθλητή που θέλει να γίνει και αυτός μεγάλος. Ένας επιστήμονας είναι επίσης πρότυπο για έναν άλλο επιστήμονα. Ένα τέτοιο “πρότυπο” “πετυχημένου” ανθρώπου είναι και ο κεφαλαιο­κράτης. Ο ισχυρός κεφαλαιοκράτης είναι απλά ένας πετυχημένος άνθρωπος στον τομέα του και τίποτε παραπάνω. Είναι πρότυπο μόνο για τους συναδέλφους του και γι’ αυτούς που αγωνίζονται να γίνουν κεφαλαιοκράτες. Για όλους τους υπόλοιπους είναι απλά αξιοζήλευτος, γιατί είναι πλούσιος σ’ έναν κόσμο φτωχό. Είναι αξιοζήλευτος, όπως είναι αξιοζήλευτος κι ένας όμορφος ή ένας γυμνασμένος άνθρωπος. Τον αφορά όμως εξίσου η δυστυχία, η μιζέρια, η ανελευθερία και ό,τι βασανίζει τον απλό άνθρωπο. Πραγματικό πρότυπο της κοινωνίας είναι αυτός που δεν αντιμετωπίζει αυτά τα σημαντικά ανθρώπινα προβλήματα και ζει αξιοπρεπώς, είτε φτωχά είτε πλούσια.

Όταν λοιπόν ένας κεφαλαιοκράτης είναι άσχετος κι εξευτελισμένος, προσβάλλει το σύνολο των συναδέλφων του. Τέτοιοι κεφαλαιοκράτες ήταν οι περισσότεροι Έλληνες κεφαλαιοκράτες της βιομηχανίας. Δεν γνωρίζουν πώς λειτουργεί το κεφάλαιο και βλέπουν σαν κέρδος τις περικοπές των μισθών των εργατών. Υπεξαιρούν τις ασφαλιστικές εισφορές και περιμένουν μετά να τους επιδοτήσει το κράτος για να τις καταβάλλουν. Είναι κεφαλαιοκράτες, που θυμίζουν κάτι φουκαράδες οι οποίοι με απερίγραπτο κόπο χτίζουν μια πολυκατοικία και, αγνοώντας τη νέα κατάσταση που βιώνουν, αφήνουν τα παπούτσια τους έξω από την κεντρική είσοδο. Θυμούνται την “παράγκα” τους και ζουν με τις παλιές τους συνήθειες, αδυνατώντας να εκτιμήσουν τις εξελίξεις.

Τελευταίο “φρούτο” της παρεμβατικής κρατικής πολιτικής στην ελληνική οικονομία είναι οι περίφημοι “διαπλεκόμενοι”. Αυτοί κι αν είναι κακομοίρηδες. Είναι κι αυτοί δημιουργήματα της εξουσίας, αλλά δεν έχουν τη δύναμη των έστω και τεχνητά δημιουργημένων Ελλήνων βιομηχάνων. Αυτή η έλλειψη επαφής με τον πληθυσμό τους στρέφει στην ενασχόληση με τον αθλητισμό, που στόχο έχει τον έλεγχο των οπαδών. Όπως εκβιάζουν οι βιομήχανοι την εξουσία με την χρήση των εργατών, το ίδιο επιχειρούν να κάνουν κι αυτοί με τη χρήση των οπαδών. Αυτοί οι πραγματικά φουκαράδες δεν είναι ούτε καν ιδιοκτήτες του κεφαλαίου που υποτίθεται ότι διαχειρίζονται. Είναι αντιπρόσωποι του διεθνούς κεφαλαίου στην Ελλάδα. Αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα των πολυεθνικών και πλουτίζουν εξαιτίας του κράτους και της προνομιακής μεταχείρισης.

Αυτοί συνήθως είναι οι “προμηθευτές” του κράτους. Εισπράττουν προμήθεια από το σύνολο των δραστηριοτήτων του κράτους. Στην αγορά εισπράττουν κέρδη και πάλι εξαιτίας της πολιτικής του κράτους. Από τη στιγμή που το κράτος εγκατέλειψε την εθνική προστατευτική πολιτική, όλοι αυτοί εμφανίζονται ως αποκλειστικοί αντιπρόσωποι των μεγάλων πολυεθνικών στην ελληνική αγορά. Το πρόβλημα μ’ αυτούς είναι ότι ξεκινώντας την πορεία τους ως φουκαράδες, ανέπτυξαν μια νοοτροπία αδίστακτων καιροσκόπων. Έχοντας ως στόχο την αναζήτηση του κέρδους, δεν σταματούν μπροστά σε τίποτε. Πιέζουν το κράτος σε τέτοιο βαθμό, που τις περισσότερες φορές δρα όχι μόνον εις βάρος του λαού —πράγμα πολύ συνηθισμένο γι’ αυτό—, αλλά και εις βάρος των ιδίων των συμφερόντων του. Πάντα βρίσκεται ο αστός- αξιωματούχος που θα “λαδωθεί” σε τέτοιο βαθμό, που να μην τον ενδιαφέρει αν η πράξη του απειλεί την ίδια την ύπαρξη του εθνικού κράτους που συντηρεί την συντεχνία των αστών. Όλοι αυτοί οι αστείοι “διαπλεκόμενοι” είναι τόσο ευάλωτοι και “ανοικτοί”, που αρκεί μισή ώρα για έναν εισαγγελέα για να τους κλείσει όλους μαζί στη φυλακή.

Αυτοί είναι συνολικά οι Έλληνες κεφαλαιο­κράτες με τους οποίους εμείς γελάμε. Δεν είναι κακό να γελάς, βλέποντας το έργο “ο καραγκιόζης βασιλιάς”. Είναι όμως κακό να τους ανέχεσαι, όταν γνωρίζεις ότι αυτός ο καραγκιόζης βιάζει και κλέβει ασύστολα. Δέκα εκατομμύρια Έλληνες είναι σήμερα βυθισμένοι στη φτώχεια, επειδή μερικές χιλιάδες ανθρώπων νομίζουν ότι είναι οι εκλεκτοί των εκλεκτών. Υποθηκεύεται το μέλλον εκατομμυρίων, επειδή κάποιοι θέλουν να “μεγαλοπιάνονται” με φιέστες τύπου ολυμπιάδων, που τις “χρεώνονται” οι σκληρά εργαζόμενοι Έλληνες. Αυτοί όλοι δεν μπορούν ν’ αντιληφθούν ότι όλοι έχουμε δικαίωμα στη ζωή και την ευημερία.

Εξαιτίας όλων αυτών των “αριστοκρατών” και των “παιχνιδιών” της Αθήνας και της Δύσης, συμβαίνουν όλα τα παράδοξα στην οικονομία της Ελλάδας. Το σύνολο της ελληνικής οικονομίας έχει αναπτυχθεί με τον πλέον παράδοξο τρόπο. Πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχουν αυτοδημιούργητοι κεφαλαιοκράτες της βιομηχανίας, που προκύπτουν μέσα από το ίδιο σύστημα και χωρίς επανάσταση. Σ’ όλον τον κόσμο οι ισχυροί φεουδάρχες έγιναν στη συνέχεια ισχυροί βιομήχανοι. Το δικό τους το κεφάλαιο μεταλλάσσουν και δεν δημιουργούν κεφάλαιο από τα χρήματα του φτωχού λαού. Σ’ όλον τον κόσμο οι κεφαλαιο­κράτες παραμένουν σταθεροί κι ακλόνητοι, ελέγχοντας τα πάντα. Μόνον στην Ελλάδα οι κεφαλαιοκράτες της γης κατέληξαν γεωργοί της φτώχειας. Αυτό ήταν επιλογή της Αθήνας, γιατί δεν είχε τον έλεγχο των ισχυρών της γης και ειδικότερα του Βορρά. Με χρήματα που συγκέντρωνε από τους φόρους, δημιουργούσε τους κεφαλαιοκράτες που θ’ αναπτύσσονταν στην Αθήνα.

Όταν εκβιομηχανιζόταν η Ελλάδα ερήμην της Μακεδονίας, η Θεσσαλονίκη πήρε το “κόκαλο”, που είναι το τεράστιο πανεπιστήμιό της. Την ίδια ώρα στην Αθήνα γίνονταν τα αίσχη, χωρίς η Μακεδονία ν’ αντιδρά. Με δάνεια ο φουκαράς που πουλούσε γιαούρτια έγινε μεγιστάνας της γαλακτοβιομηχανίας. Με δάνεια ο επίσης φουκαράς, που πουλούσε σύρματα και καρφιά στους φτωχούς γηγενείς και πρόσφυ­γες, έγινε κυρίαρχος της χαλυβουργίας. Η Αθήνα είχε φροντίσει με την υπερσυγκέντρωση πληθυσμού να τους κάνει όλους αυτούς ψευτοπλουτοκράτες του εμπορίου και μετά “επένδυσε” δήθεν πάνω τους. Με “χαριστικά” δικαιώματα των εκάστοτε κυβερνήσεων, έγιναν μονοπώλια της ελληνικής αγοράς οι Αθηναίοι βιομήχανοι.

Αυτά δεν έγιναν πουθενά στον κόσμο, γιατί πουθενά οι κεφαλαιοκράτες δεν επιτρέπουν παρεμβατισμό της εξουσίας στην οικονομία. Πουθενά οι ισχυρότεροι των κεφαλαιοκρατών δεν επέτρεψαν στους μη-κεφαλαιοκράτες ν’ αποκτούν κεφάλαιο και μάλιστα υψηλότερης απόδοσης από το δικό τους. Οι κεφαλαιοκράτες —ειδικά της γης— που είναι οι σκληρότεροι, δεν επιτρέπουν ούτε καν στους πλουτοκράτες ν’ αποκτήσουν κεφάλαιο. Μέχρι και υποθήκη βάζουν το δικό τους κεφάλαιο, για να μη υπάρχει διαθέσιμο κεφάλαιο στην αγορά. Γι’ αυτό η Αθήνα, μέσω της εξουσίας, δημιούργησε πλουτοκράτες, τους οποίους η ίδια στη συνέχεια θα έκανε κεφαλαιοκράτες. Έτρεμε στην ιδέα ότι το συνολικό κεφάλαιο της Μακεδονίας θα μπορούσε να “πέσει” στα χέρια των Μακεδόνων και να βρεθεί η ίδια υπό την εξουσία τους.

Ένα άλλο παράδοξο που συμβαίνει στην Ελλάδα, είναι οι πρακτικές των εκλογικών αναμετρήσεων. Οι Έλληνες δεν ψηφίζουν στον χώρο όπου κατοικούν, αλλά στον χώρο καταγωγής τους. Αυτό γίνεται, γιατί συμφέρει την Αθήνα. Έχοντας συγκεντρώσει τον μισό πληθυσμό της χώρας, “νοθεύει” τη βούληση της επαρχίας, που πρακτικά έχει συγκρουόμενα συμφέροντα μ’ αυτήν. Η επαρχία υπηρετεί τα συμφέροντα της Αθήνας, γιατί οι ετεροδημότες ψηφοφόροι μεταφέρουν αυτά τα συμφέροντα στην επαρχία. Το ίδιο γίνεται σε μικρότερη κλίμακα και με τη Θεσσαλονίκη σε σχέση με τη Μακεδονία. Ακόμα και οι δημοτικές εκλογές γι’ αυτόν τον λόγο γίνονται καθαρά πολιτικές και μπλοκάρονται τα πάντα. Δεν υπάρχει πιθανότητα να ξεχωρίσει κάποιος μέσα από τις τοπικές κοινωνίες και ν’ αγωνιστεί γι’ αυτές στο πολιτικό επίπεδο. Οι πάντες είναι επιλογές της κεντρικής πολιτικής εξουσίας.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

«ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ… Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΩΝ ΘΕΩΝ»

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΥ

Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο – ΕΑΜ Β’

http://eamb-ydrohoos.blogspot.com

 

Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Άρθρα. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.