Quo vadis dignitate? (Πού πας αξιωματικέ;)


Του Υποστρατήγου ε.α. Κωνσταντίνου Αργυροπούλου

Έχει περάσει καιρός (αρκετά χρόνια) από την ημέρα της αποστρατείας μου. Η επαφή μου με τους εν ενεργεία –επαναλαμβάνω, τους εν ενεργεία και όχι το σκοπί­μως επινοηθέν και υβριστικό «ένστολους»- αξιωματικούς, με ένα αυξανόμενο βαθμό ανησυχίας, λαμβάνει τον χαρακτήρα μιας απόμακρης επικοινωνίας. Αυτή η επικοι­νωνία, πρέπει να το υπογραμμίσω, ουδέποτε κατά τα γνωστά των βιωθέντων από μάς καιρών δεν είχε καταγράψει μια τοσούτου μεγέθους διάσταση. Με αγωνία περισσή, διαπιστώνω, ότι οσημέραι ατύπως συντελείται μία διαμόρφωση ενός νέου τύπου στρα­τιωτικού χαρακτήρος, ο οποίος απέχει από τα γνωρίσματα της δικής μου εποχής. Είναι ένας τύπος αξιωματικού, ξένος προς εκείνον, ο οποίος παραδοσιακά και επί σειράν δεκαετιών προσέδιδε την βεβαιότητα της οικείας, της κοινής των αξιωματικών πο­ρείας προς τον αυτόν σκοπόν. Δηλαδή την αποκλειστική εστίαση στην μήτρα των υπερτάτων ιδεών Ελλάδα με τις άπειρες σημασιολογικές της προεκτάσεις.

Προσπαθώ να καταλάβω την γενεσιουργό αιτία της σημειουμένης μεταστρο­φής. Επιχειρώ αυτοπαρατήρηση μήπως και ανακαλύψω, ότι οι αντιλήψεις μου περί του φυσικού δικαίου, το οποίον βασίζεται στην ανθρώπινη φύση και στην λογική δεν έχει πλέον την ευκαμψία και την προσαρμοστικότητα για να προσλάβει τις νέες προσεγγίσεις περί θεσμών, περί καθήκοντος και περί εκτελέσεως της στρατιωτικής αποστολής. Διερωτώμαι, εάν ανήκω ολοσυνειδήτως στην διακεκριμένη οικογένεια του στρατού. Μήπως μου διαφεύγουν δεδομένα; Μήπως αγνοώ τις νέες υπερβατολο­γικές ηθικές αιτιολογήσεις; Σκέπτομαι. Σκέπτομαι.

Στην μνήμη μου ανακαλώ την Ελληνική Ιστορία και τον εαυτό μου ερωτώ για το ποία είναι η θέση μου έναντι αυτής. Αβίαστη η απάντηση. Την Ελληνική Ιστορία την εσπούδασα έχοντας σαν εκπαιδευτές αρίστους δασκάλους. Με εδίδαξαν, ότι οι Θερμοπύλες απετέλεσαν το παράδειγμα αυτοθυσίας και ηρωϊσμού των Ελλήνων. Ο Μαραθώνας έμεινε στην παγκόσμια ιστορία σαν η φύτρα της στρατηγικής και σαν η διαχρονική εγγύηση της ασφαλούς πορείας του δυτικού πολιτισμού. Η Σαλαμίνα και οι Πλαταιές διέδωσαν τα μηνύματα της συνεπείας, της οργανώσεως, της επινοητικό­τητος, της ιδέας της τμηματικής διαταγής, της πειθαρχίας, της ανδρείας και της αποθεώσεως της εν τη ενώσει ιδέας τής προς την πατρίδα προσφοράς.

Ο Αλέξανδρος ο Μέγας απετέλεσε την επιτομή του μεγαλείου και της δια­δόσεως του χαρακτήρα ενός κόσμου ευαρέστου αγωγής και αρετής πολεμικής.

Ύστερα ήλθαν οι Ρωμαίοι. Κατέκτησαν το έδαφος της Ελλάδος και κατεκτή­θη­σαν από τους Έλληνες. Κατεκτήθησαν από την ελληνική γραμματεία, την φιλοσο­φία, τις επι­στήμες, την τέχνη, το δίκαιον και την ιδέα της δημοκρατίας. Όλα τούτα απετέ­λεσαν τον ακρογωνιαίο λίθο για την οικοδόμηση μιας νέας οντότητος. Μιας απορ­ρέου­σας αυτοκρατορίας. Της Βυζαντινής. Και μετά, ο δάσκαλος μου είπε, ότι ο πλέον επικίνδυνος εχθρός είναι ο εσωτερικός. Αυτό τα σαράκι διαβρώνει, φθείρει, διαλύει. Εκμηδενίζει, όχι μόνον άτομα, αλλά έθνη ολόκληρα. Ακόμη και αυτοκρα­τορίες. Έτσι κι έγινε. Και η αποφράς ημέρα ήταν Τρίτη, 29 Μαΐου 1453. Το κτύπημα το τελειω­τι­κό. Και ύστερα το χάος. Οι ολιγότεροι Τούρκοι, νικητές. Οι πολυπληθέ­στεροι Έλλη­νες, δούλοι.

Η ευμάρεια ναρκώνει τις προοπτικές, εκθηλύνει το σώμα, σαρκάζει τις ανησυ­χητικές προγνώσεις. Το τόνισε ο δάσκαλος, ρίπτοντας ένα στιγμιαίο βλέμμα οδύνης στον χάρτη της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Και μετά κάποιοι Έλληνες με πίστη υπέρ­τατη, όπως αυτή των φιλικών και η εκτίμηση του Ρήγα, ότι το πεπρωμένο των Ελλήνων έναντι των Τούρκων είναι ξεχωριστό και αποκτά αυτή την εγκυρότητα με την δεδομένη ιδέα της λογικής της αποζητήσεως της ελευθερίας, αφ’ ής η προϋπό­θε­ση του πόθου αυτού είναι οντολογικά καθολικεύσιμη. Και εγένετο η παλιγγενεσία. Και το Έθνος ανέστη. Αναθαρρήσαμε. Κοπιάσαμε. Σκοπέλους παρακάμψαμε. Πετύ­χα­με πολλά.

Το έπος του ’40 ήταν μια φυσική συνέπεια μιας κοινωνίας με πίστη και μια δύ­ναμη συλλογική. Η τραγωδία του 1974 απεδείχθη ύφανση συνδυασμών απρονοη­σιών, προδοσιών, απυθμένων δοχείων έξωθεν εντολών και πολιτικών μηχανορραφιών αρχομανών. Ο δάσκαλος και πάλιν ήτο σαφής. Είπε: οι βάρβαροι διασπούν τα σύνο­ρα και εισβάλλουν στον δικό μας κόσμο, όταν εμείς παύουμε να προχωρούμε. Η πλάστιγγα της ιστορίας των λαών ουδέποτε διατηρείται σε μία σταθερή ισορροπία. Η εμπειρική γνώση, κάθε φορά κρούει κώδωνες, το σήμα των οποίων είναι πεντακά­θαρο στην ερμηνεία του. Όταν ο αυτοθεωρούμενος «ανώτερος» παύσει να διεκδικεί και επαναπαύεται στις δάφνες με τις οποίες οι πρόγονοί του στεφανώθηκαν· όταν ο αυτοθεωρούμενος «ανώτερος» χλευάζει και αμφισβητεί τις εθνικές του παρακα­τα­θήκες· όταν ο αυτοθεωρούμενος «ανώτερος» απεμπολεί και αναιρεί την ίδια του την ιστορία· τότε ο υπερήφανος κατώτερος και σφριγηλός καθυστερημένος εισδύει με την βία και εγκαθίσταται στην επικράτεια του «ανωτέρου» και τον εξουδετερώνει πολιτικά, θρησκευτικά και εθνικά.

Διερωτώμαι, εάν αυτά τα παραπάνω αναφέρονται από το σύνολο των δασκά­λων στον σημερινό αξιωματικό. Φοβούμαι πως όχι. Όταν καταλείπονται αιχμές για ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις των διακεκριμένων του παρελθόντος· όταν οι ήρωες του ’21 χαρακτηρίζονται τρομοκράτες, ληστές, πλιατσικολόγοι· όταν ξαναγράφεται η ιστορία κάτω από πολιτικές και λοιπές ύποπτες σκοπιμότητες· τότε ποιό πιστεύεις θα είναι το εκδεχόμενον; Υποπτεύομαι, ότι η σημερινή λαμβανομένη παιδεία διαφέρει της πάλαι δικής μου. Υποπτεύομαι, ότι ο σημερινός δάσκαλος είναι περισσότερο συν­δικαλιστής και οικονομολάτρης αντί για το προσδοκώμενο ελληνομυσταγωγός και πατριδολατρείας μεταλαμπαδευτής.

Εγώ, ο εν αποστρατεία, μετά από μία ακολουθία αφελών σκέψεων, συμπε­ραίνω, ότι ζω σε ένα αδιασαφήτου και βιαίας συμπήξεως πολυπολιτισμικό περιβάλ­λον, το οποίον δεν μου εγγυάται ένα ευοίωνο αύριο για τα παιδιά μου και τα παιδιά των παιδιών μου. Θέλω να πω, ότι με αυτά που βλέπω, που ακούω, που οσφραίνομαι, που υποθέτω και που συνειδητοποιώ, εκτιμώ ως επικείμενον ένα ζόφον, εθνοφυλε­τι­κόν. Και για να γίνω πλέον σαφής, παραθέτω μερικές ακόμη σκέψεις. Και ας αρχίσω από τα δυτικά με κατεύθυνση προς ανατολάς.

Στα βορειοδυτικά μας σύνορα υπάρχει ένα «κατώτερο» αλλά πολύ σφριγηλό κράτος· το λένε Αλβανία. Υπάρχει και ένας άδηλος στρατός· τον λένε UCC, ο οποίος είναι έτοιμος να υλοποιήσει το σχέδιο της ύαινας και να κατασπαράξει ένα υποψήφιο πτώμα, όταν το συστήσουν οι συγκυρίες.  Και αυτός ο δυσπρόσβλητος στρατός δεν θα αναζητηθεί στο νότιο ημισφαίριο της υδρογείου. Βρίσκεται εντός της Ελλάδος. Εδώ και πολλά χρόνια. Είναι οικοδόμος, κτηνοτρόφος, γεωργός, γυναικών προαγω­γός, έμπορος ναρκωτικών. Είναι ένας «ευυπόληπτος» οικονομικός μετανάστης. Είναι σπουδαστής σε παραγωγική της δικής μου πατρίδος σχολή. Με διαβεβαιώνουν, ότι αυτός ο τελευταίος είναι ένας καλός φιλέλλην, διότι συσπουδάζει με τους Έλληνες. Το πιστεύεις; Εγώ όχι! Εάν εγώ επί παραδείγματι ήμουν σπουδαστής στα Τίρανα και μία των ημερών ευρισκόμην προ του διλήμματος να ξεκαθαρίσω τις προθέσεις μου σε περίοδο στρατιωτικής-οικονομικής-πολιτικής αντιπαραθέσεως, δεν θα υποστήριζα άλλη θέση πλην αυτής του συνόλου των αντιπαρατιθεμένων συμπατριωτών μου.

Σε καλόγνωμη κριτική επί των απόψεών μου, φίλος μου ειλικρινής, διετύπωσε την άποψη, ότι με δικό μας έξυπνο χειρισμό θα μπορούσε αυτό το ανθρώπινο δυνα­μικό να αφομοιωθεί στον κορμό του ελληνικού στοιχείου. Φοβούμαι πως όχι! Κά­πο­τε, πριν κάποιους αιώνες αυτό συνετελέσθη κάτω από συνθήκες εθνοφυλετικών ασα­φειών και ανυπάρκτων οριοσημάνσεων. Σήμερα αυτό το δυναμικό ανήκει σε ένα καθο­ρισμένο και οργανωμένο κράτος. Μία πραγματική και όχι εικοτολογική εθνική οντότητα με ουσιολογισμό, με επιδιώξεις και με όνειρα περί μεγάλης Αλβανίας. Και εάν επιστημολογικά προσαρμοστούμε στα δεδομένα των πραγματικοτήτων (adequa­tio intellectus nostri cum re) και λάβουμε σοβαρά υπόψη τους συνδυασμούς, δηλαδή: το αλβανικόν όμορον, οι προς νότον διεκδικήσεις, η παρουσία του αλβανικού στοι­χείου σε πέραν των ασφαλών αναλογιών ποσοστό, η υπεργεννητικότητα του στοι­χείου κττ, τότε ο βαθμός ανησυχίας προάγεται σε πολλαπλάσιον. Ένας ανορθόδοξος πόλεμος κλίνει ευνοϊκά υπέρ του επιμένοντος στον σκοπό της διεξαγωγής του. Και μετά φαντάζομαι τα βορειοδυτικά σύνορα της Ελλάδος να είναι στον Αμβρακικό κόλπο. Φρίκη!

Ανατολικότερα είναι ένα άλλο «κατώτερο» κρατίδιο. Ωστόσο, επίμονο. Η πΓΔΜ. Παλαιότερον Vardarska. Νυν κατ’ αυτούς «Μακεδονία». Ύποπτο! Ακροσφα­λές! Επικίνδυνο! Τις προάλλες κάποιος μου είπε: «έλα καημένε, τα παραλές. Τί να σου κάνει ένα κρατιδιάκι, που στον χάρτη φαίνεται σαν κουτσουλιά»; Σκέπτομαι, ότι και το Ισραήλ είναι σαν την κεφαλή της καρφίτσας μέσα στον απέραντο ισλαμικό κόσμο. Σκέπτομαι, ότι και το κουνούπι, όταν είναι μολυσμένο και με τσιμπήσει, θα υποστώ τις συνέπειες. Μέχρι και θάνατο. Φαντάζομαι τον εαυτό μου να παρατηρεί με διόπτρες προς βορράν από ένα συνοριακό φυλάκιο στην Ελασσόνα, ένα κράτος με κλεμμένο όνομα αλλά ακλινές, αμετάστροφο και αποφασιστικό να υπάρξει.

Ακόμη πιο ανατολικά είναι ένα «συμμαχικό», ένα «ευρωπαϊκό» κράτος, που λέγεται Βουλγαρία. Σκέπτομαι, ότι οι Βούλγαροι διεκδικούν την έξοδο στο Αιγαίο από την εποχή της ιδρύσεώς τους ως κράτος. Και μάλιστα, όταν κατά κάποιες βρα­χείες περιόδους της ιστορίας είχαν τον έλεγχο της περιοχής, αυτοδικαιοδοτήθηκαν, θεωρώντας την περιοχή, πατρίδα αλύτρωτη. Ή μήπως κάνω λάθος; Το γεγονός της πολλαπλής συμμαχίας στα πλαίσια του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, όπως η ιστορία διδά­σκει, με επαναφέρει στο αυτονόητον, ότι οι συμμαχίες δεν συνιστούν σχέ­σεις ειλικρινούς φιλίας και αιώνιας αγάπης, αλλά σχέσεις αμοιβαίου συμφέροντος. Και οι σχέσεις αυτές είναι ρευστές. Και μεταστρέφονται όταν διαπιστωθεί απόκλιση συμφε­ρόντων. Θυμάμαι την Βουλγαρία πρώτη και καλύτερη στον πίνακα των πιστών στο σύμφωνο της Βαρσοβίας. Θυμάστε την Βουλγαρία στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο; Την θυμάστε στο Β’ Βαλκανικό; Φυσικά και το θυμούνται οι σεβαστοί εν αποστρατεία αξιωματικοί και οι αγαπητοί εν ενεργεία –και όχι ένστολοι- συνάδελφοι. Σκέπτομαι, ότι αν η Βουλγαρία εξέλθει στο Αιγαίο, εγώ θα πρέπει να παρατηρώ από τις Βόρειες Σποράδες τα βουλγαρικά σκάφη και τις πλωτές εξέδρες στην βουλγαρική ΑΟΖ κάπου νοτίως της Λήμνου. Οποία δυστυχία!

Για την Ελλάδα, άπω ανατολικά βρίσκεται η «κατώτερη» πολιτισμικά Τουρ­κία. Πριν καιρό κάποιος με ελοιδόρησε: «έ και τι μ’ αυτό; Τι φοβάσαι; Τα μεμέτια»; Εγώ συρρικνώθηκα και σκέφτηκα, ότι ίσως έκανα υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων των Τούρκων. Μετά όμως θυμήθηκα, ότι στην Κύπρο το 1974 διετύπωσα την ίδια ανησυχία, ως προς τις επιθετικές προθέσεις των Τούρκων και χαρακτηρίστηκα κινδυ­νολόγος. Ένας άλλος, που ήταν σωματώδης και ανδρείος κατά το παράστημα με βρον­τώδη φωνή με επέπληξε: «τι φοβάσαι ρε! Αν τολμήσουν και έλθουν εδώ τα μεχ­μετζίκ θα τα κάνω με τα κρεμμυδάκια. Τα μεχμετζίκ ήλθαν και μας έκαναν με τα κρεμμυδάκια. Και ο σω­μα­τώδης και κατά την φωνή βροντώδης και σπηλαιώδης -και κατά το ύφος κομπορ­ρήμων τύπος, κρύφτηκε με επιμέλεια και σπουδή. Και μετά από καιρό εμφανίστηκε σαν αντιστασιακός και υπέρμαχος της επανόδου της δημοκρατίας, όπως είπε, στον δύσμοιρο αυτό τόπο. Και οι επιτήδειοι ερμήνευσαν την λέξη δημο­κρατία στο βολι­κότερο «λαοκρατία». Ο καθ’ ένας από εμάς διαπιστώνει, ότι σαν άτο­μο, που ανήκει σε τούτον τον λαό ουδόλως κρατεί. Συνεπώς;

Για να επανέλθω στις περί Τούρκων σκέψεις μου, έχω να ειπώ, ότι αυτός ο λαός είναι λέει καλοκάγαθος και προς τους Έλληνες φιλικός. Μα και βέβαια είναι. Γιατί να μην είναι; Ο Έλληνας τουρίστας επισκεπτόμενος την Κωνσταντινούπολη (την Ιστανμπούλ παρακαλώ, κάποιος με διορθώνει) ξοδεύει τα ωραία του λεφτά αρχί­ζοντας με την πληρωμή εισιτηρίου για να εισέλθει στην Αγία Σοφία. Των προγόνων μας τον υπέρλαμπρο ναό. Οποία συγκατάθεση! Οποία ομολογία. Οποία αποδοχή! Τον οίκο τούτο της χριστιανοσύνης της οικουμενικής, οι Τούρκοι έχουν μετατρέψει σε χώρο εκμεταλλεύσεως  οικονομικής. Εισέρχονται οι Έλληνες τουρίστες στην Αγιά Σοφιά, ψάλλουν το «τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια…», μουγκανίζοντας και δα­κρύ­ζοντας και ορκιζόμενοι επιλογικά, υπόσχονται στις θεότητες των συναι­σθημά­των «το πάλιν με χρόνους και καιρούς…». Και εξερχόμενοι του πάλαι ποτέ χριστιανικού ναού, αισθάνονται, ότι το ηθικόν μέρος του χρέους των επετελέσθη. Συνεπώς, ας πάμε τώρα για ψώνια. Κι αργότερα ας απολαύσουμε στο night club το χορό της κοι­λιάς. Και φυσικά ο «καλοκάγαθος» Τούρκος δεν σε βλέπει σαν έναν εν δυνάμει εκ­δικητή, αλλά σαν γενναιόδωρο, αν μη αφελή πελάτη.

Και αυτός ο καλοκάγαθος Τούρκος χρειάζεται μόνον δυο-τρεις ημέρες ψυχο­λογικής προπαρασκευής από τα media της δικής του πατρίδας για να εξαγριωθεί όπως οι τότε γενίτσαροι. Θα πάρει τα όπλα, που αγοράζει ή κατασκευάζει με τα δικά σου λεφτά και θα έλθει να σε βιάσει, να σε λεηλατήσει, να σε σφάξει και να εγκα­τασταθεί στο δικό σου σπίτι.

Σκέπτομαι, ότι ο Τούρκος δεν θέλει μια πολιτισμική ή συναισθηματική πρό­σβαση στην Θεσσαλονίκη, που λέει, ότι είναι η γενέτειρα του πατέρα της Τουρκίας –του Μουσταφά Κεμάλ- (η πραγματική γενέτειρα είναι ο οικισμός Σαρίγερ του χωριού Χρυσαυγή του Λαγκαδά). Θέλει να οικειοποιηθεί όλα τα οικόπεδα, που μπορεί να δικαιολογήσει στην διεθνή κοινότητα. Δηλαδή Θράκη, μισό Αιγαίο και το σύνολο σχεδόν της Ελληνικής ΑΟΖ. Θέλει να τα προσαρτήσει στον εθνικό της κορμό, την δε υπόλοιπη Ελλάδα την θέλει υπό τον πλήρη έλεγχό της στα πλαίσια της Νταβουτόγλειας νέο-οθωμανικής θεωρή­σεως.

Εγώ σαν αξιωματικός ε.α. ανησυχώ. Και ας πούμε, ότι δεν πρέπει να πολυ­σκοτίζομαι, διότι βρίσκομαι στο τρίτο τριτημόριο της ζωής μου και ίσως δεν θα υπο­στώ την δοκιμασία να βιώσω τα επερχόμενα δεινά. Όμως έχω απογόνους. Και οι από­γονοί μου θα μου προσάψουν ευθύνες. Και θα πρέπει να απολογηθώ, ως αθετή­σας τον όρκο μου, που αναφέρεται στην πατρίδα και την οποία «ουκ ελάττω παρα­δώσω».

Διερωτώμαι για το ποία θέση έναντι αυτών λαμβάνει ο εν ενεργεία αξιω­ματικός. Κάποιος μου λέει: « μην ανησυχείτε κύριε εν αποστρατεία αξιωματικέ. Οι πολιτικοί μας ηγέτες μας διαβεβαιώνουν, ότι χειρίζονται τα εθνικά μας θέματα κατά τρόπο δεξιοτεχνικό. Μάλιστα σε δισταγμό μας, ως προς την αποδοχή της μειώσεως της στρα­τιωτικής θητείας μάς διαβεβαιώνουν, ότι ένας διπλωμάτης αξίζει όσο ένα σύν­ταγμα στρατού».

Δεν πείθομαι. Υπολογίζω με πράξεις μαθηματικές. Ας πούμε η οροφή είναι διακόσια συντάγματα. Διακόσιοι διπλωμάτες ισοφαρίζουν την επιθυμουμένη στρα­τιω­τική ισχύ. Συνεπώς, δεν μας χρειάζεται ο στρατός. Σκέπτομαι αφελώς; Εγώ γνω­ρίζω, ότι ισχυρός στρατός είναι το μέσον που πιστοποιεί το δίκαιο του ισχυρού. Ο στρατός είναι το κανονιστικό εργαλείο της κατοχυρώσεως της εθνικής ασφαλείας. Όχι οι ευχές και οι προπόσεις στα κλιματιζόμενα διπλωματικά σαλόνια.

Μήπως πρέπει να σχεδιάζεις και οργανώνεις ένα στρατό ουσίας; Μήπως πρέ­πει να παύσεις να σκέπτεσαι σαν ένας ασήμαντος κρίκος στο υδροκέφαλο κρατικό σύμπλεγμα; Μήπως πρέπει να παύσεις να είσαι πιστός στο δημοσιοϋπαλληλικό δόγ­μα, που σε θέλει να μην είσαι εσύ ο αρμόδιος; Με τον τρόπο αυτό γίνεσαι συνώνυμος με τον γραφειοκράτη. Γραφειοκρατία σημαίνει φόβο αναλήψεως της όποιας ευθύνης. Μήπως πρέπει να αρχίσεις να σχεδιάζεις επιθετικά, όπως όλες οι χώρες του κόσμου; Σκέπτομαι το παράδειγμα του ισραηλινού στρατού, ο οποίος σχεδιάζει για εκτιμώ­με­να επισυμβησόμενα σε ένα βάθος χρόνου πενήντα και πλέον ετών. Ο Winston Chur­chill εγγονός είχε γράψει στο βιβλίο του «ο πόλεμος των εξ ημερών», ότι ο ισραη­λι­νός στρατός έχει σχέδια καταλήψεως ακόμη και του Βορείου Πόλου.

Μήπως όλοι αυτοί, οι μη Έλληνες, είναι ανεκδιήγητοι; Καταγέλαστοι; Μήπως οι εδώ πολιτικοί έχουν πείσει τους στρατιωτικούς, ότι σήμερα δεν γίνονται πόλεμοι και συνεπώς οι στρατιωτικοί δεν είναι απαραίτητοι; Μήπως οι σύμβουλοι των πολιτι­κών έχουν θεωρήσει εαυτούς πιο σημαντικούς από τις ένοπλες αρμάδες; Μήπως αιω­ρείται κάποια σοβαρή παρανόηση, ως προς την φιλοσοφία της λέξεως ασφάλεια της χώρας; Μήπως έχουν πειστεί οι εν ενεργεία αξιωματικοί, ότι αρκεί ένα μικρός και ευέλικτος στρατός, συντιθέμενος από δυνάμεις ειδικές για να καλύψει τις ανάγκες της χώρας; Η Ελλάδα δεν είναι ούτε Βέλγιο, ούτε Λουξεμβούργο, ούτε Δανία, οι οποίες δεν διαθέτουν στρατούς συνόρων, διότι όλες τους οι γειτονικές χώρες συνιστούν ένα status πολιτισμικής ομοδοξίας και εν υπνώσει εθνικές διεκδικήσεις, αν τέτοιες υπάρ­χουν. Στην δική μας γεωγραφική γειτονιά δεν είναι το ίδιο. όλες οι γειτονικές χώρες, δεν διαθέτουν αναγώγιμες ιδιοσυστασίες. Διπλωματικά μας χτυπούν φιλικά στην πλάτη αλλά κάτω από το μανίκι τους έχουν ένα κοφτερό μαχαίρι. Σωστά;

Εγώ, σαν ε.α. γνωρίζω από την σπουδή της ιστορίας, ότι όσο υπάρχουν άνθ­ρωποι θα υπάρχουν και πόλεμοι, διότι θα εκφράζονται με την δική τους εγγενή ορθο­λογικότητα. Εγώ μεταφράζω την λέξη ασφάλεια, σαν ένα δυνατό στρατό, με χωρο­φυλακή, με αστυνομία, με λιμενικό, με ακτοφυλακή και ό,τι επικου­ρικό θα συνι­στού­σε το σύστημα πληροφοριακής υποστηρίξεως στην ενίσχυση της ιδέας -αρχικά- της αποτροπής και εφ’ όσον παραστεί ανάγκη να γίνει εκμετάλλευση των ευκαιριών, που υπάρχουν πολλές. Ένας ισχυρός στρατός έχει πολλές ευκαιρίες για επιτυχία. Κι αν ευκαιρίες δεν δίδονται ο ισχυρός στρατός τις δημιουργεί, τις προκαλεί. Όπως καλή (καλή;) ώρα οι Τούρκοι.

Ο εν ενεργεία αξιωματικός εισηγείται με κατηγορηματικότητα, με σαφήνεια, με ευθύνης αίσθημα και με αγνό πατριωτισμό τα πιστεύω του και τις στρατηγικές, τακτικές και αναλόγως κλιμακίου τεχνοκρατικές του θέσεις, όλα τα αφορώντα στην ασφάλεια της χώρας. Υπομιμνήσκει στην πολιτεία την σημασία του συνδυασμού πολιτικός-στρατιωτικός έναντι της ασφαλούς συνεχείας του έθνους. Υπομιμνήσκει, εάν τούτο πρόσκαιρα παραλείπεται από τους πολιτικούς ένεκα σκοπιμοτήτων, ότι οι ένοπλες δυνάμεις ουδέποτε αποδυναμώνονται. Ότι στις περιβάλλουσες την Ελλάδα χώρες δρουν αχαλίνωτες στοιχειακές και παρά το κράτος δυνάμεις, που ωθούν σε πράξεις, που στοχεύουν στην δική τους επέκταση, σε κόστος της αδύναμης στρατιω­τικά Ελλάδος.

Ο εν ενεργεία αξιωματικός επιμένει, ότι οι δαπάνες για την άμυνα της Ελ­λάδος να είναι μεν λελογισμένες αλλ’ ουδέποτε να επηρεάζουν αρνητικά το αξιό­μαχον και το έτοιμον. Ο λόγος είναι απλός και κατανοητός ακόμη και από τα νήπια. Μη υπαρχούσης της ασφαλείας, δεν υπάρχει Ελλάδα. Εάν ο πολιτικός δεν το κατα­λαβαίνει (το καταλαβαίνει αλλά…) και επιμένει στην αδικαιολόγητη μείωση των στρατιωτικών δαπανών, τότε ο εν ενεργεία αξιωματικός παραιτείται. Θα πρέπει όμως να παραιτηθούν και οι επόμενοι, οι οποίοι θα κληθούν να αναπληρώσουν τον παραι­τηθέντα. Να μην είναι πρόθυμοι να πιάσουν την καρέκλα για να νιώσουν τα «μεγα­λεία» και να συμπληρώσουν με τον τρόπο αυτό τα κενά της ανθρώπινης ματαιο­δο­ξίας. Να έχουν δε κατά νου, ότι η Νέμεσις είναι κάπου εκεί γύρω και θα τους συστή­σει είτε την αυτοκτονία τους είτε την ισόβια αλλά και την μετά το θάνατό τους περι­φρόνηση της στρατιωτικής τουλάχιστον οικογενείας, όπερ και πλέον οδυνηρόν.

Ο εν ενεργεία αξιωματικός πρέπει να έχει κατά νού, ότι διαρκώς κρίνεται από την κοινωνία, η οποία είναι έτοιμη είτε να τον σταυρώσει είτε να τον αποθεώσει. Από τις πράξεις του κρίνεται. Η κοινωνία δεν τον θέλει ένα μίζερο μεροκαματιάρη. Τον φαντάζεται σε ένα υψηλό ιδεολογικό βάθρο. Δεν τον θέλει φοβητσιάρη. Και μια και μιλήσαμε για φόβο, ας πούμε και τούτο. Ένας υψηλόβαθμος αξιωματικός είναι κι αυτός στόχος «σκοτεινών» δυνάμεων. Προσφάτως δημοσιεύτηκε, ότι ένας πολιτικός εδέχθη απειλές, ότι θα δολοφονηθεί. Και αν κατάλαβα καλά τούτη η απειλή ανέ­στειλε την πρόθεσή του να επαναλάβει τα υπεύθυνα καθήκοντά του. Όλοι οι απλοί του κόσμου άνθρωποι γνωρίζουν, ότι από την στιγμή, που κάποιος χρίεται διακε­κριμένο δημόσιο πρόσωπο, συμπεριλαμβάνεται στην λίστα των υποψηφίων μελλο­θανάτων. Δεν γίνεται σκύλος χορτάτος και πίττα αφάγωτη. Συνεπώς εάν δεν θέλεις να αποτελείς στόχο, δεν χρειάζεται να ταλαιπωρείς τους συμπατριώτες σου με τους φόβους σου. Φοβητσιάρης ηγέτης σημαίνει υπάκουος σε ξένες χειραγωγήσεις. Σημαί­νει λαός υπόδουλος. «Μα η Ελλάδα είναι μικρή». «Και το Ισραήλ είναι μικρό». «Αλλά το Ισραήλ έχει lobby». «Και η Ελλάδα έχει lobby αλλά δεν το χρησιμοποιεί».

Ο εν ενεργεία αξιωματικός προχωρεί χωρίς να φοβάται. Έχει άποψη. Δεν υπο­κλίνεται (yes man). Δεν ταπεινώνεται. Σχεδιάζει αμυντικά. Σχεδιάζει επιθετικά. Σχε­διάζει επιθετικές επιστροφές σε μεγάλο βάθος για απόκτηση διαπραγματευτικών πλεονεκτημάτων. Κοιτάζει τον όποιο επίδοξο εξωτερικό εχθρό κατ’ ευθείαν στα μά­τια και του δηλώνει την απροκάλυπτη αποφασιστικότητά του.

Ο εχθρός εντός είναι ένα ζήτημα άκρως σοβαρό. Οι λαθρομετανάστες είναι ένα κρίσιμο ζήτημα, που θα αλλάξει τα εθνολογικά και τα αριθμητικά δεδομένα της χώ­ρας. Το εισαγόμενο Ισλάμ και η υπεργεννητικότητα των πιστών του θα αλλοιώ­σουν όλους τους γνωστούς μας φυλετικούς ιστούς. Αυτά τα υπολογίζει ο ε.ε. αξιωμα­τι­κός και εισηγείται αναλόγως και επιμόνως. Δεν μένει αδιάφορος, διατεινόμενος, ότι δεν είναι αρμόδιος. Είναι αρμόδιος, διότι το θέμα άπτεται της εθνικής αμύνης. Όλοι αυτοί οι λαθρομετανάστες σ’ αυτή την παραγωγική τους ηλικία συγκροτούν ένα υπερ-πολλαπλάσιο σε αριθμούς εχθρικό προγεφύρωμα στην καρδιά του ζωτικού μας χώρου.

Ο ε.ε. αξιωματικός προάγει σε κάθε ευκαιρία στο στρατιωτικό προσωπικό και στο ευρύτερο περιβάλλον του την ιδέα της πατρίδος. Υπερθεματίζει το χρώμα το ελ­ληνικό. Έχει ανάγκη ο Έλληνας να αισθάνεται, ότι ανήκει στην μεγάλη μνημονευό­μενη από την ιστορία εθνική ενότητα. Όπως και οι άλλοι λαοί άλλωστε. Λέει ο Τούρ­κος: «Είμαι υπερήφανος που είμαι Τούρκος». Το ίδιο και ο Γερμανός: «Deutschland über alles». Ο Αμερικανός δακρύζει ακούοντας το «our American nation». Σήμερα, η μόνη ευκαιρία που παρουσιάζεται στον πατριώτη να εκδηλώσει την κρυφή προς την πατρίδα αγάπη είναι στο ποδοσφαιρικό γήπεδο κατά τους αγώνες της Εθνικής Ελ­λάδος. Εκεί περιβάλλεται το σύμβολο του έθνους. Την Ελληνική Σημαία! Εκεί δεν φο­βάται την θολή κουλτούρα, που θα του προσήπτε την «ρετσινιά» του εθνικιστή.

Και ερωτώ: πού είναι το μεμπτό; Εγώ, ο εν αποστρατεία αξιωματικός είμαι εθνικιστής. Και αισθάνομαι υπερήφανος, που αγαπώ το έθνος μου. Και γιατί άλλωστε να μην το αγαπώ; Το έθνος δεν είναι τα φθαρτά τα διερχόμενα, τα προσωρινά άτομα. Είναι μία ιδέα αναλλοίωτη. Είναι αιώνια. Όλοι λοιπόν οι Έλληνες -κατά την ψυχή- πρέπει να είναι εθνικιστές. Ας μη πέφτουν στην παγίδα των ανθελλήνων, όταν πεί­θον­ται, ότι ο εθνικισμός είναι αμάρτημα. Κανένα λεξικό δεν λέει, ότι ο εθνικισμός είναι καταδικαστέος. Διαβάστε για να βεβαιωθείτε.

Ο εν ενεργεία αξιωματικός ζει στην ίδια με τους λοιπούς ανθρώπους κοι­νωνία. Δεν είναι αποκομμένος από αυτή. Έχει την ενισχυμένη παιδεία και την δυνα­τότητα να την παρατηρεί, να την αφουγκράζεται και να την μελετά. Και οφείλει να έχει υπ’ όψη του το μέρος της ευθύνης του έναντι του λαού από τον οποίο και προέρ­χεται. Να έχει σπουδάσει τα κοινωνικά συμβόλαια, όπως αυτά έχουν αρχικά κατα­γραφεί από την ιστορία του παγκοσμίου πολιτισμού και έχουν με σαφήνεια διατυ­πωθεί από καταξιωμένους ανθρώπους: Τζων Λοκ, Τόμας Χομπς, Ζαν Ζακ Ρουσσώ, Μοντεσκιέ κ.α. Και τα κοινωνικά αυτά συμβόλαια μεθοδολογούνται με τους καιρούς, και υφίστανται διαμόρφωση, η οποία αρμονίζεται με την καταλυτική υπόδειξη της τεχνολογίας και των διανθρωπίνων σχέσεων. Να έχει συνεχώς στην συνείδησή του καταχωρημένα, αυτά, που οι σοφότεροι στο παρελθόν διακήρυξαν σε χάρτες δικαιω­μάτων, ότι «οι φορείς της εκτελεστικής εξουσίας δεν είναι αφέντες του λαού, αλλά υπάλληλοί του. Ο λαός πρέπει να τους διορίζει και να τους απολύει όποτε θέλει. Δεν υφίσταται ζήτημα συμβάσεως με τον λαό. Πρέπει να τον υπακούσουν». (Jean Ja­cques Rousseau). Και επίσης: «αν ένας ηγεμόνας χρησιμοποιεί την εξουσία του εναν­τίον του λαού του, τότε ο λαός έχει το δικαίωμα να τον αντιμετωπίσει με βία». (John Locke).

Ο ε.ε. αξιωματικός, όταν συνεκτιμήσει με την λογική του, τις γνώσεις του, την εμπειρία του και τις απορρέουσες από τη θέση του ευθύνες, θα πρέπει να αποσα­φηνίσει τον βαθμό πίστεως προς μία αυριανή ασφαλέστερη, ακεραία και προοδεύου­σα Ελλάδα. Αλλιώς θα ναυαγήσει κι αυτός μαζί με ό,τι εκπροσωπεί και μαζί με όσους βαρήκοους και αποτυχημένους πολιτικούς, δεν κατορθώνουν να ηγη­θούν ή έστω να διαχειριστούν τα πράγματα αυτής της σπουδαίας χώρας, η οποία είναι καταλογισμένη στο παγκόσμιο ιστορικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι ως πρω­τεύουσα.

Ο στρατιωτικός παραμένει πιστός στην εκλεγμένη από τον λαό πολιτική του ηγεσία και τιμά ενσυνείδητα το Σύνταγμα και την Δημοκρατία. Σε αυτό το πλαίσιο και προς χάριν της Δημοκρατίας και του ελληνικού λαού, υποχρεούται να μην σιωπά όταν διακυβεύεται η ισχύς των Ε.Δ., (π.χ. πενιχρή Δομή Δυνάμεων μη καλύπτουσα τις εκτιμήσεις περί αποτροπής ή αποφασιστικής αντιμετωπίσεως των εκφραστών τών εθνικών απειλών, υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος από πολιτικούς και άλλους εμπλεκομένους, αποδεδειγμένη αναξιοκρατία κ.λπ.)  αλλά αντιθέτως να εξαντλεί όλα τα θεσμοθετημένα μέτρα που του παρέχουν οι νόμοι (συμπεριλαμβανομένης και της παραιτήσεως), προκειμένου να επιτελέσει στο ακέραιο την αποστολή που απορρέει από το αξίωμα και τα καθήκοντά του.

Ο ε.ε. αξιωματικός ας έχει στο νού του, ότι δεν είναι ισόβιος στην όποια θέση κι αν τώρα κατέχει και ότι όλα τα προνόμια, που τώρα απολαμβάνει είναι προσκαίρου χαρακτήρος. Συνεπώς ας θυμάται, ότι η μεταβολή από την κατάσταση ε.ε. στην τοιαύ­τη του ε.α. είναι ένα ανελέητο για τον όποιο μωρόδοξο -αν τέτοιος υπάρχει- επι­κείμενο. Αυτό παραπέμπει στην ιδέα της αμέσου (και όχι αναβλητικής) συνεργασίας και ομοθυμίας με τους ε.α. συναδέλφους. Εξ άλλου οι ε.α. αξιωματικοί είναι πάντοτε πρόθυμοι να παρέξουν τις γνώσεις και τις εμπειρίες τους κι εκείνος από την θέση, που τώρα κατέχει να διασφαλίσει με το έμπρακτο ενδιαφέρον του το «εύ» και αξιοπρεπώς παρίστασθαι και διαβιείν των ε.α. συναδέλφων.

Η εθνική μας άμυνα και η συνέχιση της υπάρξεως του Ελληνικού μας Έθνους είναι ευθύνη όλων και όχι μόνον ενίων και συχνάκις αδρανούντων «υπευθύνων».

syndesmos71

Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Άρθρα. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.