Η απόφαση της Χάγης δεν είναι άλλοθι για υποχωρήσεις…


Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, που δέχθηκε ότι η Ελλάδα παραβίασε την Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995 με την ΠΓΔΜ, όταν το 2008 στο Βουκουρέστι παρεμπόδισε την είσοδό της στο ΝΑΤΟ, σίγουρα θα αναλυθεί πολύ και από πολλούς. Από την απόφαση προκύπτουν κατ’ αρχήν ορισμένα συμπεράσματα για άστοχους χειρισμούς της ελληνικής πλευράς, που ο σχολιασμός τους δεν είναι του παρόντος. Το “Εν Κρυπτώ” θα επιχειρήσει μια αρχική προσέγγιση, προσανατολισμένη στην “επόμενη μέρα” και στις επιλογές που έχει η Ελλάδα.

Οι πρώτες αντιδράσεις από τους διεθνείς οργανισμούς για τους οποίους τίθεται κυρίως το ζήτημα της συναίνεσης της Ελλάδας για την ένταξη των Σκοπίων (δηλαδή το ΝΑΤΟ και την ΕΕ) υπήρξαν ενθαρρυντικές, με τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ Α. Ρασμουσεν να επιβεβαιώνει την ισχύ της απόφασης του Βουκουρεστίου και το Συμβούλιο Υπουργών της ΕΕ να εμμένει (όπως και το 2009 και το 2010) στην ανάγκη επιτυχούς κατάληξης των διαπραγματεύσεων για το όνομα, προκειμένου η ΠΓΔΜ να ξεκινήσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ. Όμως αυτά τα πρώτα δείγματα δεν πρέπει να οδηγήσουν σε εφησυχασμό.

Η “επόμενη μέρα” θα φέρει, πιθανότατα, μια νέα μεσολαβητική προσπάθεια, για την οποία ο Μάθιου Νίμιτς ήδη δήλωσε ετοιμότητα. Επιπλέον, η κυβέρνηση της ΠΓΔΜ είναι λογικό να παρουσιάσει την απόφαση της Χάγης ως θρίαμβο και δικαίωση της πολιτικής της, και να προετοιμάσει τις επόμενες κινήσεις της διεθνώς για την εκμετάλλευσή της, πιθανώς με επαναφορά της υποψηφιότητας ένταξης στο ΝΑΤΟ. Το “βέτο” (ενάντια στη βούληση των ΗΠΑ) ήταν ήδη μια δύσκολη πολιτική επιλογήυπό τις ομαλές συνθήκες του 2008. Σήμερα, μετά την απόφαση της Χάγης, αλλά και με δεδομένη την κατακρήμνιση της διεθνούς θέσης της χώρας και την εξάρτησή της από εξωτερικά δάνεια (για την εξασφάλιση των οποίων η πολιτική υποστήριξη των ΗΠΑ είναι κρίσιμη, ειδικά στο ΔΝΤ), η επιλογή ενός νέου βέτο φαίνεται πολιτικά “ασήκωτη”.

Τούτου δοθέντος, οι πρώτες αντιδράσεις της ελληνικής κυβέρνησης δείχνουναμηχανία. Ο μεν πρωθυπουργός Λ. Παπαδήμος δήλωσε ετοιμότητα για διαπραγματεύσεις για την επίλυση του θέματος του ονόματος, θέτοντας ως στόχο μια ονομασία erga omnes, ο δε υπουργός Εξωτερικών Σ. Δήμας εστίασε στις αρχικές αντιδράσεις ΕΕ και ΝΑΤΟ και δήλωσε ότι η πόρτα των δύο οργανισμών παραμένει ανοιχτή, “μόλις οι υποψήφιες χώρες εκπληρώσουν τις προϋποθέσεις που έχουν θέσει οι δύο οργανισμοί”.

Ίσως πέρασε απαρατήρητο από το ευρύ κοινό, αλλά αυτές οι δηλώσεις απέφυγαννα επαναλάβουν την προηγούμενη ελληνική θέση για την ονομασία του γειτονικού κράτους, που αναφερόταν σε “σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό περιορισμό και ισχύ erga omnes”. Αυτή η θέση, που είχε υιοθετηθεί από τις κυβερνήσεις Καραμανλή και Παπανδρέου, επαναλήφθηκε από τον Γ. Παπανδρέου σε δήλωσή του για την απόφαση της Χάγης, , όχι όμως από τους επίσημους εκφραστές του ελληνικού κράτους, δηλαδή τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Εξωτερικών, ούτε από τη σχετική ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, ενώ ο εκπρόσωπος της ΝΔ Π. Παναγιωτόπουλος στη σχετική δήλωσή μίλησε για εμμονή στις “κόκκινες γραμμές”, χωρίς όμως να τις προσδιορίσει επακριβώς.

Στη δεδομένη στιγμή, που η Ελλάδα δέχθηκε το πολιτικό πλήγμα της ανακοίνωσης της απόφασης της Χάγης, η ελληνική θέση θα έπρεπε να επαναβεβαιωθεί από τα πλέον επίσημα χείλη και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια. Αυτό όμως δεν έγινε. Κάτι που πιθανώς δείχνει ότι η κυβέρνηση του κ. Παπαδήμου, ήδη πιεσμένη από την τραγική οικονομική κατάσταση της χώρας, προσανατολίζεται να αντιμετωπίσει το ζήτημα με τη διαχρονική διάθεση αποφυγής εξωτερικών “τριβών” (τις οποίες σύμφωνα με κάποιες πηγές φοβάται ιδιαίτερα ο κ. Παπαδήμος, και γι’ αυτό ζήτησε υπερατλαντικές διαβεβαιώσεις ασφαλείας πριν δεχθεί την πρωθυπουργία). Δεδομένου μάλιστα ότι η απόφαση της Χάγης προσφέρει ένα καλό πολιτικό άλλοθι, δεν αποκλείεται η τρικομματική στήριξη της κυβέρνησης να θεωρηθεί από κάποια κέντρα ως ευκαιρία για “γενναίες αποφάσεις”, δηλαδή υποχωρήσεις στο θέμα των Σκοπίων. Σε αυτή την κατεύθυνση, μπορούμε στο προσεχές διάστημα να αναμένουμε τη δυναμική επανάκαμψη των αυτοαποκαλούμενων “φωνών της λογικής” στα ΜΜΕ, που θα διακηρύσσουν “με βέτο δε γίνεται εξωτερική πολιτική”, “να πού μας οδήγησε ο υπερπατριωτισμός” “μας έδωσε ένα μάθημα η Χάγη”, κλπ.

Είναι όμως έτσι τα πράγματα;
Είναι η απόφαση της Χάγης τόσο καταδικαστική για την Ελλάδα;
Και κυρίως, είναι δεσμευτική για τις μελλοντικές μας ενέργειες;
Η απάντηση είναι: Όχι.

Κατ’ αρχήν, όπως ορθώς παρατήρησαν τόσο η σχετική ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, όσο και κάποιοι σχολιαστές, η απόφαση της Χάγης, ενώ έκρινε ότι η Ελλάδα παραβίασε την Ενδιάμεση Συμφωνία αρνούμενη την ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ το 2008 στο Βουκουρέστι, δεν ικανοποίησε το αίτημα των Σκοπίων να διατάξει τη χώρα μας να μην προβάλει στο μέλλον αντίρρηση στην εισδοχή της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ ή σε άλλους οργανισμούς στους οποίους η Ελλάδα είναι μέλος.

Όμως αυτή η θέση είναι ατελής και έχει “κοντά ποδάρια”: αν επαναληφθούν οι ίδιες συνθήκες θα είναι νομικά και κυρίως πολιτικά αδύνατο για την Ελλάδα να επαναλάβει την ίδια ακριβώς στάση για την οποία την καταδίκασε το Δικαστήριο της Χάγης, ειδικά όταν το επικαλούμαστε σε άλλα μέτωπα (π.χ. υφαλοκρηπίδα). Επομένως καλό είναι να εξετάσουμε μερικές πρόσθετες πτυχές που αλλάζουν τις συνθήκες και μας δίνουν περιθώρια ελιγμών:

Μια ενδιαφέρουσα πτυχή της απόφασης που δεν έχει επισημανθεί ακόμη (εξ όσων τουλάχιστον γνωρίζουμε), είναι ότι δεν αρνείται επί της αρχής στην Ελλάδα το δικαίωμα να αρνηθεί την είσοδο της ΠΓΔΜ σε ένα διεθνή οργανισμό, αν συνδέσει την άρνησή της, όχι με το ζήτημα της επίλυσης του ονόματος, αλλά με το ζήτημα άλλων παραβιάσεων της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από τα Σκόπια. Πράγματι, εξετάζοντας τις παραβιάσεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από την ΠΓΔΜ (χρήση Ήλιου της Βεργίνας, αλυτρωτική προπαγάνδα σε σχολικά βιβλία κλπ.) που η χώρα μας επικαλέστηκε, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και ιδίως τη σύμβαση της Βιέννης του 1969, ως “ενστάσεις μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος” (exceptio non adimpleti contractus) ή ως απαντήσεις / αντίμετρα σε παραβιάσεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από πλευράς Σκοπίων, το Δικαστήριο δεν απέκλεισε επί της αρχής την πιθανότητα να δικαιολογούν τέτοιες παραβιάσεις την άρνηση της Ελλάδας (βλ. παρ. 71, 161, 163, 164, 165 της απόφασης). Αυτό που είπε το Δικαστήριο της Χάγης είναι ότι η ελληνική αντιπροσωπεία δεν απέδειξε επαρκώς τέτοιες παραβιάσεις από πλευράς Σκοπίων, ενώ στη μία περίπτωση που απέδειξε παράβαση (χρήση ήλιου Βεργίνας σε στολές), δεν προέκυπτε σύνδεση του ελληνικού “βέτο” του 2008 με την παράβαση αυτή. Επομένως μπορεί να υποθέσει κανείς ότι ένα μελλοντικό βέτο της Ελλάδας, συνδεόμενο ρητώς με παραβιάσεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από πλευράς Σκοπίων (άλλες ή καλύτερα τεκμηριωμένες από αυτές που κρίθηκαν ανεπαρκείς από τη Χάγη) θα είχε πιθανότητες να γίνει δεκτό, και πάντως θα απαιτούσε νέα κρίση της υπόθεσης.

Κατά τη γνώμη μας όμως, ακόμα και αυτή η ενδιαφέρουσα προοπτική που διευρύνει τα περιθώρια ελιγμών της ελληνικής πλευράς, είναι ημίμετρο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο υποστηρικτικά (βλ. παρακάτω). Αυτό που μπορεί, και πρέπει να κάνει η Ελλάδα για να διατηρήσει ακέραια τη δυνατότητα άσκησης βέτο στην είσοδο των Σκοπίων σε διεθνείς οργανισμούς, είναι η άμεση καταγγελία της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995, την οποία είχε προτείνει ο Σ. Λυγερός ήδη από το 2008, χωρίς δυστυχώς να εισακουστεί. Έγραφε τότε ο Σ. Λυγερός στην “Καθημερινή”:
«Η απόφαση της κυβέρνησης Καραμανλή να θέσει ως όρο για την ένταξη του γειτονικού κράτους την ύπαρξη συμφωνίας όσον αφορά το όνομα, είναι πολιτική επιλογή. Ηταν ο μόνος τρόπος να πιέσει τους Σλαβομακεδόνες να διαπραγματευθούν σοβαρά, δεδομένου ότι για 12 χρόνια είχαν μετατρέψει τις σχετικές συνομιλίες σε προσχηματική διαδικασία […]
Η κυβέρνηση Καραμανλή δηλώνει ότι έχει επιχειρήματα και θα δώσει τη δικαστική μάχη. Δεν έχει λόγο, όμως, να εξαρτήσει την πολιτική της από μία νομική κρίση, όπως θα είναι η κρίση του Διεθνούς Δικαστηρίου. Ειδικά όταν η υπόθεση δεν είναι καθόλου από χέρι κερδισμένη. Εάν η Αθήνα αποδεχθεί τη μετατόπιση του κέντρου βάρους της διένεξης στο νομικό επίπεδο, μία καταδικαστική απόφαση θα είναι βαρύ πλήγμα. Θα την καλοδεχθούν σιωπηλά μόνο όσοι θεωρούν ότι το όνομα δεν έχει σημασία και ψάχνουν τρόπο να κλείσουν όπως-όπως το ζήτημα.
[…] η καταγγελία της Ενδιάμεσης Συμφωνίας δεν θα λύσει μόνο το νομικό πρόβλημα. Θα στείλει σε όλους το έμπρακτο μήνυμα ότι η Ελλάδα εννοεί απολύτως αυτά που λέει και θα εμμείνει μέχρι τέλους στην πολιτική της».

Όλα τα παραπάνω (που μακάρι να τα είχαν ακολουθήσει οι έκτοτε κυβερνήσεις και το Υπουργείο Εξωτερικών) ισχύουν απολύτως και σήμερα, και μάλιστα κατά μείζονα λόγο.
Η Ελλάδα μπορεί και σήμερα ακόμη, απολύτως σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, να καταγγείλει την Ενδιάμεση Συμφωνία, και να απαλλαχθεί έτσι από την υποχρέωση να μην ασκεί βέτο στην είσοδο των Σκοπίων σε διεθνείς οργανισμούς. Σε μια τέτοια περίπτωση θα υπάρξουν βέβαια παρενέργειες (π.χ. χρήση του Ήλιου της Βεργίνας στη σημαία της ΠΓΔΜ που τώρα απαγορεύεται από την Ενδιάμεση Συμφωνία), αλλά όπως σωστά παρατηρούσε ο Σ. Λυγερός ήδη το 2008, η συμφωνία έχει απονεκρωθεί από καιρό και το κόστος δεν είναι σημαντικό σε σύγκριση με το όφελος της διατήρησης του “βέτο” ως μέσου πίεσης. Αυτός είναι ο τρόπος για να θωρακιστεί απολύτως η Ελλάδα έναντι της υποχρέωσης να μην εμποδίζει την είσοδο των Σκοπίων σε διεθνείς οργανισμούς.

Ένα πρόβλημα που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί, αν η Ελλάδα αποφασίσει να πάρει το δρόμο της καταγγελίας, είναι η πρόβλεψη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας (άρθρο 23) ότι τυχόν καταγγελία επιφέρει τα αποτελέσματά της ένα χρόνο μετά. Επομένως για ένα χρόνο μετά την τυχόν καταγγελία, η Ελλάδα θα εξακολουθήσει να έχει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την Ενδιάμεση Συμφωνία. Όμως αν υπάρχει η πολιτική βούληση και γίνουν οι κατάλληλοι χειρισμοί, αυτό το χρονικό διάστημα μπορεί να καλυφθεί με άλλους τρόπους (διαδικαστική κωλυσιεργία, ενστάσεις άλλων κρατών κλπ.). Ως τελευταίο μέσο παρελκυστικής τακτικής, έως ότου παρέλθει ο κρίσιμος ένας χρόνος, η Ελλάδα θα μπορούσε να (απειλήσει ή πράγματι να) ασκήσει εκ νέου βέτο αλλά με άλλη αιτιολογία, δηλαδή συνδέοντάς το ρητώς με παραβιάσεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από τα Σκόπια, με τη λογική που εκθέσαμε παραπάνω. Με αυτόν τον τρόπο θα ξέφευγε από το “δεδικασμένο” της Χάγης.

Επομένως ας μην ψάξουν οι πολιτικές μας ηγεσίες δικαιολογία για υποχωρήσεις και εσπευσμένους συμβιβασμούς με τα Σκόπια στην απόφαση της Χάγης. Αν θέλουν να παραμείνουν στην ορθή γραμμή του “βέτο” και να εξαναγκάσουν τα Σκόπια να κάμψουν την αδιαλλαξία τους, υπάρχει τρόπος: η καταγγελία της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Και μάλιστα αυτή πρέπει να γίνει άμεσα, για να “τρέξει” όσο το δυνατόν γρηγορότερα ο ένας χρόνος ισχύος που θα της απομένει. Οι Σκοπιανοί ήδη ετοιμάζουν τις επόμενες κινήσεις τους. Ο χρόνος μετράει, για όλους…

εν κρυπτώ

Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Άρθρα. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.