…προλάβετε… τζάμπα διακοπές στο βόρειο Ευβοϊκό…


Βαρέθηκα τις εκλογές, σιχάθηκα τους πολιτικούς, απηύδησα με το Στρατούλη την Καννέλη, τον Άδωνη, τον Ντινόπουλο  το Γιακουμάτο και όλους τους υπόλοιπους.

Σιχάθηκα το Γιωργάκη να τον βλέπω να τρέχει από δω κι’ από κει, να μαζεύει χάντρες και καθρεφτάκια για διακρίσεις. Ένας βλάξ με κρεμαστάρια.

Μπούχτισα από εκβιασμούς και απειλές, καιρός δεν είναι τώρα για διακοπές να ξεπλύνω τον εγκέφαλό μου από τους ρύπους της πολιτικής;

Οι διακοπές; Ναι καλές και απαραίτητες, αλλά λεφτά; Που θα βρεθούνε αυτά τα έρμα που μας τα φάγανε και δεν περισσεύουν από πουθενά;

Είκοσι τέσσερα χρόνια πάω διακοπές στη Βόρεια Εύβοια στις Ροβιές και φέτος παρ’ όλο που δεν υπάρχουν τα ευρώπουλα δεν πρόκειται να τις χάσω με κανένα τρόπο.

Δε θα πάω όμως μόνος μου, θα πάρω μαζί μου και όλους εσάς που με διαβάζετε τόσο καιρό, να βγάλω την υποχρέωση απέναντί σας, να κάνουμε μαζί διακοπές και μάλιστα τζάμπα. Πάρτε τα μπαγάζια σας και φύγαμε.

Ξεκινάμε λοιπόν και παίρνουμε την εθνική οδό για την πανέμορφη βόρεια Εύβοια και σας προειδοποιώ: δε θέλω ν’ ακούσω κουβέντα για πολιτική. Όποιος κάνει έστω και ένα υπαινιγμό για πολιτική, κατεβαίνει από το όχημα και χάνει τις τζάμπα διακοπές.

Μετά τα δεύτερα διόδια των Οινοφύτων της Εθνικής οδού για Λαμία, στρίβουμε δεξιά και μετά από λίγα χιλιόμετρα αντικρίζουμε την όμορφη πατρίδα μου τη Χαλκίδα.

Ο Ευβοϊκός καταγάλανος της χαϊδεύει τα πόδια.

Εμείς δε θα πάμε από την καινούρια κρεμαστή γέφυρα, αλλά θα ακολουθήσουμε τον παλιό δρόμο για να περάσουμε από την παλιά γέφυρα.

Κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας υπήρχαν οχυρωματικά έργα και από τις δύο πλευρές του στενού και για να ενωθούν κατασκευάστηκε μια νέα σταθερή πέτρινη πεντάτοξη που οδηγούσε σε πύργο ελέγχου και από εκεί υπήρχε κινητή μικρή ξύλινη που ένωνε τον πύργο με την Εύβοια.

Επί Τρικούπη   γίνεται εκβάθυνση και διαπλάτυνση για να μπορούν να περνάνε μεγαλύτερα πλοία και κατασκευάζεται καινούρια περιστρεφόμενη μεταλλική γέφυρα, αφού κατεδαφίστηκε ο πύργος και τα προς τη Χαλκίδα τείχη.

Η σιδερένια συρταρωτή γέφυρα που βλέπουμε τώρα μπροστά μας κατασκευάστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960.

Δεξιά μας ανάμεσα σε ευκαλύπτους, ο σιδηροδρομικός σταθμός που χτίστηκε το 1905 ενώνει το λιμάνι της Χαλκίδας με αυτό του Πειραιά και αριστερά μας πάνω στο λόφο Καραμπαμπά, το μεσαιωνικό κάστρο.

Αφήνουμε το αυτοκίνητό μας στην πλατεία του Αγ. Νικολάου και πατάμε τα χώματα που κάποτε στα αρχαία χρόνια, κατοίκησαν οι Άβαντες και να μάθουμε λίγο από τη δοξασμένη  ιστορία της.

Οι αρχαίοι Χαλκιδείς, Κυμαίοι και Ερετριείς είχαν μεταφέρει και διαδώσει στις αποικίες τους σε όλες τις ακτές της Μεσογείουκαι πρωτίστως στην Κάτω Ιταλία που ονομάστηκε  Μεγάλη Ελλάδα, το Χαλκιδικό ή Κυμαϊκό αλφάβητο, καθώς και τα μέτρα και τα σταθμά τους .

Στην διαμάχη τους για την εκμετάλλευση του Ληλάντιου πεδίου και τον πόλεμο που ακολούθησε μεταξύ Χαλκίδας και Ερέτριας, που πρέπει να έγινε το 720 έως το 660 π. Χ. χύθηκε πολύ αίμα.Μάλιστα σε μια ναυμαχία μεταξύ τους, σκοτώθηκε ο βασιλιάς της Χαλκίδας Αμφιδάμας και προς τιμή του γίνονταν νεκρικοί αγώνες που έπαιρναν μέρος πολλοί ποιητές. Νικητής σε ένα διαγωνισμό ανακηρύχτηκε ο Ησίοδος καθώς μας λέει ένας σχολιαστής του Πλουτάρχου.

Πρώτοι κάτοικοι της Εύβοιας ήταν οι Ίωνες που ήρθαν γύρω στο 2000 π. Χ., κατ’ άλλη όμως εκδοχή, ήταν οι Άβαντες και το νησί ονομαζόταν Χαλκοδοντίς, από το όνομα του γιου του βασιλιά των Αβάντων Χαλκόδοντα. Το όνομά της η Χαλκίδα το οφείλει, στα μεταλλεία χαλκού που υπήρχαν στην περιοχή της, στα οποία αναφέρεται ο Στράβων και το νησί το χαρακτηρίζει εύσειστον λόγω των πολλών σεισμών που γινόντουσαν στην περιοχή. Μέχρι σήμερα όμως δεν έχουν βρεθεί να υπήρξαν ποτέ μεταλλεία χαλκού.

Πιθανότερη εκδοχή είναι να πήρε το όνομά της απ’ την κατεργασία του χαλκού που γινόταν στα πάμπολλα εργαστήρια που υπήρχαν στην πόλη μέχρι τους Ρωμαϊκούς χρόνους. Η αρχαία Χαλκίδα πρέπει να ήταν λίγο βορειότερα, στη θέση Μάνικα. Η πόλη αυτή,είναι η παλαιότερη αυτής της έκτασης που έχει βρεθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Στις ανασκαφές δε που έγιναν,επισημάνθηκαν παλαιολιθικά εργαλεία παλαιότερα του 20.000 π.Χ.

Δεξιά μας ανάμεσα σε ευκαλύπτους, ο σιδηροδρομικός σταθμός χτίστηκε το 1905 και ενώνει το λιμάνι της Χαλκίδας μεαυτό του Πειραιά και αριστερά μας πάνω στο λόφο Καραμπαμπά, το τούρκικο κάστρο που έφτιαξαν οι Τούρκοι για να προστατέψουν την πόλη από τους Ενετούς.

Με τα πόδια θα περπατήσουμε τον παραλιακό δρόμο από τη γέφυρα έως το Κόκκινο Σπίτι.

Ξεκινάμε από τη γέφυρα που είναι το πιο στενό σημείο του Ευρίπου και τα νερά του Ευβοϊκού είναι σα βράζουν.  Είναι η στιγμή που αλλάζουν κατεύθυνση κάθε έξι ώρες λόγω του μαγνητικού πεδίου της Σελήνης και από Νότο θέλουν να τρέξουν προς Βορρά ή τούμπαλιν.  Μετά το στένεμα αρχίζει με ορμή να κυλάει ήρεμα τα νερά του αναλόγως προς το Βόρειο ή το Νότιο Ευβοϊκό.

Προχωρώντας δεξιά μας καφετέριες και ουζερί καταλαμβάνουν με τα τραπεζάκια τους το πεζοδρόμιο και ο παραλιακός δρόμος μοσχοβολάει χταπόδι που ψήνεται στα κάρβουνα και γλυκάνισο από το ούζο που είναι σερβιρισμένο στα ιδρωμένα ποτήρια.

Προσπερνάμε το ξενοδοχείο ΛΟΥΣΥ και στη διασταύρωση με τη Βενιζέλου  συναντάμε το νέο ξενοδοχείο ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ που χτίστηκε το 1967, στη θέση της παλιάς ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΣ,ενός κομψοτεχνήματος του  1905

Θα σταθούμε για λίγο μπροστά στο ξενοδοχείο, στην άκρη του κρηπιδώματος που είναι το “στρογγυλό”. Ένα ημικύκλιο με σκάλες που από δω μπαρκάριζαν οι επιβάτες σε βάρκες για να τους μεταφέρουν στα ποστάλια “Κύκνος και “Ιτέα που ήταν αραγμένα στη μέση του στενού. Αυτά έκαναν εναλλάξ τη θαλάσσια διαδρομή Χαλκίδα- Αιδηψό- Βόρειες Σποράδες, γιατί την περίοδο της δεκαετίας του ’50 ο   δρόμος για Β. Εύβοια ήταν δύσβατος.

Στο Κλιμάκι στον ανήφορο πριν τον Άγιο θα σταματήσουμε, όχι για τις περίφημες μακαρονάδες που φτιάχνει πασπαλισμένες με μπόλικη ντόπια μυτζήθρα, αλλά για ένα καφέ να ξεμουδιάσουμε. Εσείς καθίστε όπου σας βολεύει. Εγώ κάθισα σε μια πλαστική πολυθρόνα με αγνάντιο τη ρεματιά που κυριαρχούσε μια μεγάλη καρυδιά.  Άπλωσατα πόδια σε μια δεύτερη καρέκλα, το χέρι σε μια τρίτη, έβγαλα την πίπα και τον καπνό απ’ την τσέπη, την γέμισα και την άναψα.

Η ματιά μου ακολούθησε τον καπνό που ανέβαινε προς τον ουρανό, ως που σκόνταψε σε κάτι τούβλα που ήταν γερά δεμένα στις άκρες απ’ τα φουντωμένα καινούρια  κλαριά της μουριάς.

-Καλημέρα σας, καλώς ορίσατε, τι θα θέλατε;

-Εγώ να καφέ σκέτο παρακαλώ και η παρέα μου ας πάρει ότι θέλει, κερνάω εγώ .

Ο μαγαζάτορας έφυγε, για να γυρίσει σε λίγο με τον καφέ μου και ένα ποτήρι με κρύο νεράκι της πηγής που έτρεχε πιο πέρα. Τ’ακούμπησε στο τραπεζάκι κι έκανε να φύγει.

-Σε παρακαλώ θέλω, να μου λύσεις μια απορία που μου δημιουργήθηκε βλέποντας την μουριά.Γιατί της έχετε κρεμάσει τα τούβλα;

-Μα είναι απλό, για να την αναγκάσουμε να σκύψει και να κάνει σκιά στα τραπέζια.

-Ά!  Ευχαριστώ.

Ήπια μια γουλιά καφέ και μονολόγησα.

Κατάλαβες φίλε, να την αναγκάσουνε να σκύψει,είπε. Της κρέμασαν ένα σωρό τούβλα γύρω, γύρω, να μη κοιτάνε πια τα κλαριά τον ουρανό, αλλά να υποκλιθούν και να εξυπηρετήσουν την σκοπιμότητα. Δέσανε το δεντράκι να το αναγκάσουν να υποκύψει στην εξυπηρέτηση του συμφέροντός τους.

Φαντάσου πόσο μάλλον στους ανθρώπους!

Πόσα βαρίδια έχουν κρεμασμένα στον καθένα μας απ’ την στιγμή που γεννηθήκαμε μέχρι που θα πεθάνουμε και δεν το έχουμε πάρει χαμπάρι !

Το καημένο το δεντράκι ! Τους αξιολύπητους  ανθρώπους !

Τελειώσαμε τον καφέ και πήραμε πάλι τον δρόμο για βορειότερα. Βγάλαμε όλη την ανηφόρα μέχρι τον Άγιο, και μετά άρχισε η κατηφόρα ανάμεσα από έλατα, πεύκα και πλατάνια που οι ρίζες τους ήταν μέσα στη ρεματιά αριστερά μας.

Ο δρόμος στενός με πολλές στροφές, αλλά ειδυλλιακός, περνούσε πότε μέσα από έλατα και πότε κάτω απ’ τον παχύ ίσκιο των πλατανόφυλλων.

Περάσαμε το Προκόπι. Δεξιά μας κυλούσε τα νερά του ο Κηρέας ποτίζοντας τεράστια πλατάνια, φασολιές, καλαμποκιές κι’ ένα σωρό πρώιμα ζαρζαβατικά.

Η ζέστη άρχισε να γίνεται αισθητή και μια λεμονάδα θα ήταν ευπρόσδεκτη.

Θα αφήσουμε το αυτοκίνητο κάτω απ’ τη σκιά που δημιουργούν κάτι θεόρατα πλατάνια κι’ εμείς θα καθίσουμε  στην παχιά σκιά που δημιουργούν τα φύλλα από τις μουριές σ’ ένα αναψυκτήριο.

Καθίσαμε όσο μπορούσαμε αναπαυτικότερα να απολαύσουμε το δροσερό αναψυκτικό μας.

Πολλοί οδηγοί σταματούσαν να πάρουν μια ανάσα,όσοι δε  είχαν πιτσιρίκια, με το που σταματούσε τ’ αυτοκίνητο, ανοίγανε τις πόρτες και τρέχανε πιο θα φτάσει πρώτο να πάρει τις λιχουδιές του από το κιόσκι που υπήρχε κάτω απ’ τα πλατάνια.  Και τι δεν είχε αυτό το μαγαζάκι. Από μέλι ντόπιο, εφημερίδες, χυλοπίτες, φασόλια,φιστίκια, τσιγάρα, σταυρόλεξα  κι ότι άλλο μπορεί να βάλει το μυαλό του ανθρώπου.

Κανένας δεν έφευγε χωρίς να πάρει το κάτι τις.  Μικροί, μεγάλοι. Κυρίως όμως οιμικροί έφευγαν φορτωμένοι. Συναγωνίζονταν ποιός θ’ ανοίξει την συσκευασία καιθα φάει πρώτος το παγωτό του. Πασαλειμμένες μουρίτσες με σοκολάτα, έβγαζαν όσο μπορούσαν τη γλωσσούλα τους και προσπαθούσαν  γλύφοντας, να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα.

Στην απέναντι μεριά εκεί που είχαμε αφήσει το αυτοκίνητό μας, έχουν φτιάξει ένα ξύλινο γραφικό αιωρούμενο γεφύρι με συρματόσκοινα στερεωμένα στους κορμούς των αιωνόβιων δέντρων που περνάει πάνω απ’ τα αβαθή νερά του Κηρέα. Τα πιτσιρίκια μόλις παίρνανε αυτό που θέλανε κι ο μπαμπάς το πλήρωνε, έφευγαν σα σαΐτες για το γεφυράκι. Οι μαμάδες μπήξανε τις φωνές και τρέξανε να προλάβουνε κάνα κακό,γιατί ο δρόμος είναι επικίνδυνος να τον διαβούν μόνα τα πιτσιρίκια.  Περνούσαν μαζί το δρόμο και μαζί ανέβαιναν στο γεφυράκι.

Η γέφυρα στερεωμένη σε πλατάνια, απ’ τη μια μεριά του Κηρέα κι απ’ την άλλη, πηγαινοερχόταν επικίνδυνα, οι μανάδες φώναζαν, όχι από φόβο μήπως σπάσουν τα συρματόσκοινα, αλλά να μη χάσουν την ισορροπία τους και βρεθούν μέσα στο νερό κι άντε μετά να βρουν ρούχα να τ’ αλλάξουν.

Οι μπαμπάδες αφού ήπιανε τον καφέ τους και απόλαυσαν το τσιγαράκι τους, κορνάριζαν μανιωδώς να συμμαζέψουν την οικογένεια, γιατί αργήσανε.

Άντε πάμε να φύγουμε και μείς.

Τώρα περνάμε τον κάμπο της Κηρίνθου που τον ποτίζει κυλώντας αργά τα νερά του ο ποταμός Νηλέας  για να τα ενώσει πιο κάτω με αυτά του Κηρέα.

Ο Στράβων έγραφε ό,τι τα πρόβατα που πίνουν νερό απ’ τον Κηρέα γίνονται άσπρα, ενώ όσα πίνουν απ’ τον Νηλέα γίνονται μαύρα.

Φτάσαμε σε ένα καμποχώρι στη Στρoφυλιά.

Πινακίδες μπροστά μας έδειχναν πιο δρόμο πρέπει να  ακολουθήσουμε.

Αν πάμε ίσια θα περάσουμε από την αγία Άννα και θα πάμε στην Αιδηψό απ’ τον παλιό δρόμο μέσω Ιστιαίας. Θα σας πρότεινα όμωςνα πάμε αριστερά, που ο δρόμος είναι καινούριος και πολύ καλός, να περάσουμε απ’ τη Λίμνη και μετά πάμε για  Αιδηψό. Μετά από λίγο αρχίζει η κατηφόρα και από ψηλά μέσα απ’ τις ελιές που ήταν φυτεμένη η περιοχή φάνηκε ο καταγάλανος Ευβοϊκός.

Ένα ελαφρό αεράκι που φύσαγε στην περιοχή, έκανε τα φύλλα τους να ακολουθούν τον αέρα με ένα  ασημογκριζοπράσινο κυματισμό. Στο βενζινάδικο,γεμίσαμε το ρεζερβουάρ βενζίνη. Πλησιάζαμε όλο και πιο πολύ την θάλασσα. Η Λίμνη από ψηλά, φάνταζε σα σκηνικό στο γαλάζιο φόντο του Ευβοϊκού.

Κάποιος διαμαρτυρήθηκε πως μεσημέριασε και πρέπει να γεμίσουμε το στομάχι μας που άρχισε να διαμαρτύρεται.

Κάνε λίγη υπομονή και σε λίγο φτάνουμε.  Πιστεύω να σας  αρέσει.

Περάσαμε από τα στενά δρομάκια της ιστορικής πόλις των Λιμνίων και παρκάραμε με δυσκολία στην άκρη του λιμανιού μπροστά στο λιμεναρχείο.

Περπατάμε στον παραλιακό δρόμο της κωμοπόλεως  με τα ουζερί να έχουν απλώσει τις καρέκλες τους κάτω από πάνινες τέντες, ενώ τα χταπόδια κρεμόντουσαν απλωμένα σε λεπτά σκοινιά στον καυτό ήλιο να στεγνώσουν.Αρκετός κόσμος έπινε αμέριμνος τα αναψυκτικά ή το ούζο του, ενώ η παραλία μοσχομύριζε απ’ το ούζο και το χταπόδι που ψηνόταν στις υπαίθριες ψησταριές.

Δεξιά μας αντικρίζουμε την προτομή της ηρωικής Λέλας Καραγιάννη μπροστά στο σπίτι της, που έδωσε τη ζωή της για να μη προδώσει την αντίσταση στους Γερμανούς.

Ήταν αρχηγός της πρώτης αντιστασιακής οργάνωσης “Μπουμπουλίνα”, συνελήφθη από τη Γκεστάπο και παρ’ όλο που βασανίστηκε απάνθρωπα από τα “EsEs” για μέρες, στη συνέχεια βασανίσανε και τα μεγαλύτερα παιδιά της μπροστά στα μάτια της, αυτή με δάκρυα στα μάτια δεν άνοιξε το στόμα της. (Google Λέλα Καραγιάννη)

Εκτελέστηκε μαζί με άλλους πατριώτες λίγο πριν την απελευθέρωση στο Χαϊδάρι.

Οι μυρωδιές που ξανέμιζαν στον αέρα μας επανέφεραν στην πραγματικότητα.

Δε μπορέσαμε να αποφύγουμε τον πειρασμό και η παρέα άραξε στις καρέκλες που ήταν κάτω από ένα μεγάλο πλάτανο. Οι μαγαζάτορες,τρία αδέρφια, ο ένας μαθηματικός, ο άλλος φυσικός και ο τρίτος δε θυμάμαι τι,σκοτώθηκαν να μας περιποιηθούν και απολαύσαμε τα καραφάκια μας.

Αφήσαμε την ειδυλλιακή Λίμνη με τα στενά δρομάκια της και τραβήξαμε για βορειότερα.

Μια μεγάλη πινακίδα στο δρόμο  προειδοποιούσε,  αριστερά  Ροβιές, Αιδηψός.

Ο δρόμος απλωνόταν μπροστά μας σε μια μεγάλη ευθεία.

Η θάλασσα γαλήνια αριστερά μας. Βαρκάκια δεμένα σε μικρούς όρμους, λικνίζονταν νωχελικά κάτω απ’ τον καυτό ήλιο, λες κι ένα αόρατο χέρι τα νανούριζε στην αγκαλιά της θάλασσας.

Συνεπαρμένοι από την μαγεία του τοπίου, δε μιλούσαμε, μόνο βλέπαμε εκστασιασμένοι.

Περάσαμε ένα χωριό μες τη θάλασσα που το λεγαν Χρόνια, μετά μια περιοχή που λέγεται Κοχύλι με τουριστικές εγκαταστάσεις δεξιά κι’ αριστερά του δρόμου και μετά από λίγα ακόμα χιλιόμετρα  στρίψαμε αριστερά, στην διχάλα που είναι οι Ροβιές,.

Κι απ’ τη μια κι απ’ την άλλη μεριά του δρόμου, συμπαθητικά σπίτια με ολάνθιστες αυλές,  μας υποδέχτηκαν με το άρωμα των λουλουδιών τους.

Μεσαιωνικός πύργος, τούς πληροφόρησε μια πινακίδα .

Στρίψαμε αριστερά και αμέσως μετά δεξιά. Να ο πύργος.

Ένα μεσαιωνικό κτίσμα υψωνόταν μπροστά μας ανάμεσα σε κυπαρίσσια και ελιές. Σταματήσαμε εδώ για λίγο, να δούμε τι κατόρθωσαν να κάνουν οι σύγχρονοι βάρβαροι. Δείχνω στην παρέα μου  ένα τσιμεντένιο μπαλκόνι που ξεφύτρωνε μέσα απ’ τις πρασινισμένες απ’ το χρόνο πέτρες του πύργου, σαν αγκάθι στο σώμα του.

Ντροπή τους είπαμε όλοι μ’ ένα στόμα, πάμε να φάμε γιατί θα μας κοπεί η όρεξη, μ’ αυτά που βλέπουμε.

Λίγα μέτρα πιο κάτω,  η θάλασσα φιλάει τα πεύκα και τις ελιές.

Αριστερά μας ένα χαμηλό πεντακάθαρο ταβερνάκι ο “Κορυδαλλός”, ήταν χωμένο κάτω απ’ τις μουριές και τα τεράστια πεύκα.

Δίπλα η θάλασσα λαμπίριζε πασπαλισμένη με διαμάντια και ζαφείρια.

Η παρουσία της ηρεμίας και της αρμονίας μαζί.

Ούφ, φτάσαμε. Διαλέξτε όποιο τραπεζάκι θέλετε,όλα δικά μας. Όποιος πεινάει μπορεί να φάει από τα καλομαγειρεμένα φαγητά της φίλης μου της Ρόβι Μαρ. Έτσι τη φωνάζω εδώ και χρόνια και της αρέσει. Αν θέλετε όμως να κάνετε μπάνιο θα σας έλεγα να πάρετε κα να αναψυκτικό και φαγητό μετά.

Θα σας αφήσω για λίγο να πάω να χαιρετήσω κάτι φίλες που έχω εδώ δίπλα και επιστρέφω.

Εκατό μέτρα πιο πέρα το ¨Κύμα” μια πανσιόν μες στο κύμα.

Η βεράντα, τα βότσαλα και ο Ευβοϊκός έτοιμος να υποδεχτεί τους ενοίκους στην αγκαλιά του.

Η Κατίνα, η Μαρία, ο Γιάννης και ο Γιώργος .Αξιαγάπητοι άνθρωποι, έχω να τους δω από πέρσι.

Είχε προχωρήσει όμως η ώρα και δε βρήκα κανένα. Ένας κύριος που έλυνε σταυρόλεξα στον ίσκιο της βεράντας, μου είπε πως πήγαν να ξεκουραστούν.

Ας είναι καλά οι άνθρωποι.

Με την παρέα περπατήσαμε στο φαρδύ πλακόστρωτο πεζοδρόμιο που πλαισιώνει την υπέροχη πλαζ που διαθέτουν οι Ροβιές, κάτω από τη σκιά που έριχναν ευκάλυπτοι,αρμυρίκια και μουριές. Συναντήσαμε ακόμα και τζιτζιφιές φορτωμένες με το νόστιμο καρπό τους που δεν έχει  όμως ακόμα ωριμάσει.

Κάναμε το μπάνιο μας στην αμμουδερή παραλία και πήγαμε για φαγητό στη φίλη μου την κυρία Λίτσα. Στην ταβέρνα που φέρει το όνομά της παραγγείλαμε ένα υπέροχο ιμάμ μπαϊλντί από μελιτζάνες του κήπου της και κάναμε παπάρα το φρέσκο ψωμί στη σάλτσα με το ψιλοκομμένο κρεμμυδάκι και σκορδάκι.

Σου έχω φυτέψει και τη μπιγκόνια που μου είχες ζητήσει από πέρσι μου είπε και μου έφερε τη γλάστρα μέσα σε μια σακούλα να μη πέσουν τα χώματα στο αυτοκίνητο .

Πήραμε πάλι το δρόμο για την Αιδηψό. Απέναντί μας μόλις βγήκαμε στο δρόμο, μια ταμπέλα έδειχνε την κατεύθυνση που είναι η μονή του οσίου Δαυΐδ για όσους ενδιαφέρονται για το θρησκευτικό τουρισμό.

Εμείς συνεχίζουμε το δρόμο μας, περάσαμε ένα ψαροχώρι τα Ήλια με τρεχούμενα ιαματικά νερά που αναβλύζουν στην ακτή και χύνονται ελεύθερα στη θάλασσα.

Μπαίνουμε  στην Αιδηψό.

Κατεβαίνουμε μια φαρδιά διπλή λεωφόρο, αριστερά και δεξιά δυο μεγάλοι δημοτικοί κήποι και στο τέλος η θάλασσα. Εδώ δεξιά μας, είναι τα παλιά δημοτικά ιαματικά λουτρά που δε λειτουργούν πλέον, γιατί όλα τα καινούρια ξενοδοχεία διαθέτουν ιαματικό νερό στα ενοικιαζόμενα δωμάτια και έτσι αυτές οι εγκαταστάσεις βγήκαν σε αχρηστία.

Να εδώ θα σας δείξω που τρέχουνε τα περισσευούμενα ιαματικά νερά στην θάλασσα.

Τα νερά που εκβάλλοντας για αιώνες, έχουν δημιουργήσει με τα άλατα που είναι εμπλουτισμένα, ένα καφετί στρογγυλεμένο βράχο, με σταλαχτίτες τεράστιους κι από κει κατρακυλάνε  αχνίζοντας μέσα στη θάλασσα.

Μια και έρχεστε για πρώτη φορά σ’ αυτά τα μέρη, θα σας κάνω την ξεναγό.

Λοιπόν σ’ αυτά τα νερά κατά την μυθολογία μας ,ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα μετά από συμβουλή της Ήρας, ήρθαν εδώ και έκαναν μπάνιο, για να κάνουν πολλά και γερά παιδιά.

Έτσι γεννήθηκε ο Έλληνας, ο αρχηγός όλων των Ελληνικών φύλλων. Κατά άλλο όμως μύθο, τα ιαματικά νερά τα δημιούργησε ο Ήφαιστος προς χάριν του Ηρακλή, για να έρχεται να κάνει μπάνιο μετά από κάθετου άθλο και να παίρνει καινούριες δυνάμεις.

Συνεχίζοντας θα προσθέσω, πώς κι ο Αριστοτέλης έχει ασχοληθεί με το φαινόμενο γράφοντας στα Μετεωρολογικά του, το ίδιο και οΣτράβων.

Η μεγάλη ανάπτυξη της πόλης άρχισε κατά την περίοδο του Αντιγόνου διαδόχου του Μεγάλου Αλεξάνδρου και επί Ρωμαιοκρατίας όταν ερχόταν ο στρατηγός Σύλλας, να κάνει τα μπανάκια του για να θεραπευθεί απ’την ποδάγρα που τον βασάνιζε. Τώρα έχουν αναπαλαιώσει το παλιό ξενοδοχείο Θέρμες Σύλλα που χτίστηκε το 1897 με σχέδια του Αριστείδη Καμάρα .

Ένα φέριμπότ που ερχόταν από την Αρκίτσα έμπαινε στο λιμάνι μεταφέροντας τουρίστες με τα αυτοκίνητά τους από τη Βοιωτία στην Εύβοια.

Κατεβήκαμε το υπόλοιπο κομμάτι της λεωφόρου και στρίβουμε δεξιά, παίρνοντας τον παραλιακό δρόμο.  Δεξιά τα μαγαζιά έχουν απλωμένη την πραμάτεια τους πάνω σε πάγκους, με κουραμπιέδες, μαντολάτα και τα γλυκά του κουταλιού, ενώ τα μαγαζιά με τα ρούχα, τα έχουν κρεμασμένα ψηλά για να τραβήξουν πελατεία.

Έχουν χτιστεί πολλά καινούρια ξενοδοχεία, αλλά τα παλιά ξεχωρίζουν με την αρχοντιά τους, το “Αύρα” και το “Αίγλη”

Αριστερά όλη η προκυμαία γεμάτη καρέκλες και τραπεζάκια με φόντο τον Ευβοϊκό και προς το τέρμα της παραλίας το λιμάνι με τα φέριμποτ και λίγο πιο πέρα αυτό με τα ψαροκάικα.

Εγώ σας υποσχέθηκα να σας πάω τζάμπα διακοπές, δε σας υποσχέθηκα όμως πως θα σας γυρίσω και πίσω. Από δω και πέρα εσείς μπορείτε να πάρετε το λεωφορείο για την επιστροφή σας, ή να συνεχίσετε πρός Πευκί και Ιστιαία δυο υπέροχα παραθαλάσσια μέρη που είναι στο Βορειότερο μέρος της Εύβοιας και βλέπουν το Πήλιο.

Άν πάτε προς Αγία Άννα που είναι στην πλευρά που βλέπει το Αιγαίο θα συναντήσετε το χωριό Κερασιά που στα χωράφια του θα βρείτε κομμάτια από αρχαιότατο απολιθωμένο δάσος.

Ήσασταν όλοι καλοί σύντροφοι στο ταξίδι και όπως είχαμε υποσχεθεί δεν κάναμε κουβέντα για πολιτική παρ’ όλες τις προκλήσεις της.

Καλό καλοκαίρι σε όλους μας.

Θεόφιλος Αιγινήτης
Ζωγράφος-Συγγραφέας

tonoikaipnevmata

Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Άρθρα. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.