Ποιος πληρώνει ποιόν και τι σ’ αυτόν το τόπο…


ΧΑΣΙΩΤΗΣΓράφει ο Βασίλης Δ. Χασιώτης 

(Η παρακάτω αναφορά γίνεται στη δεκαετία του ’80) «…Μεγάλο τμήμα του εμπορίου, των υπηρεσιών, του τουρισμού, των κατασκευών και κυρίως η διακίνηση αγαθών ξέφυγαν από τον ασφυκτικό κρατικό έλεγχο, κινήθηκαν στα όρια της νομιμότητας, επέλεξαν τη φοροαποφυγή, την απόκρυψη εσόδων, ώστε να καταστεί τελικώς γενικευμένο το σπορ της φοροδιαφυγής… Ποσοστό εξαιρετικά μεγάλο και ικανό να αλλοιώνει κάθε προσπάθεια της οικονομικής πολιτικής, καθώς ένα μεγάλο κομμάτι της δραστηριότητας μένει εκτός ελέγχου, λειτούργει με δικούς του κανόνες, διαμορφώνει δικά του επίπεδα κερδοφορίας και εισοδημάτων, τα οποία, ως ένα βαθμό, εξηγούν τις ανεξάντλητες αντοχές των πολιτών αυτής της χώρας, παρά τη συνεχή πίεση με μέτρα και ρυθμίσεις. Το πρόγραμμα σταθεροποίησης δεν κατάφερε να αγγίξει αυτές τις περιοχές. Διακρίθηκε για τη μονομέρειά του στο σκέλος των μισθών της επίσημης οικονομίας και έτσι προκάλεσε τα λαϊκά στρώματα, κυρίως τον κόσμο της εργασίας που δεν είχε άλλες διεξόδους. Πιέσθηκε αφόρητα ο κόσμος της μισθωτής εργασίας, ήταν αυτός που σήκωσε το βάρος της σταθεροποίησης, αυτός που πρώτος εθίγη ουσιαστικά από εκείνη την προσπάθεια διάσωσης της οικονομίας …»

Αντώνης Καρακούσης : Μετέωρη Χώρα, εκδ. ΤΟ ΒΗΜΑ, Αθήνα, 2010, σελ. 64-65

«…Επιπλέον στη δεκαετία του ’60 και του ’70 υπήρξε μεγάλη και ταχύτατη συσσώρευση κεφαλαίου και μια οικονομική ανάπτυξη από τις πιο θεαματικές του κόσμου, ιαπωνικού ρυθμού. Η Ελλάδα δεν έδινε πια την εικόνα του κοινωνικού μιζεραμπιλισμού με την οποία την ζωγράφιζε το ΠΑΣΟΚ. Υπήρχαν και δρούσαν σ’ αυτήν όχι μόνο οι τάξεις του μεγάλου, ντόπιου και ξένου, κεφαλαίου, αλλά και οι τάξεις του ελληνικού μικροκαπιταλισμού, ιδιαίτερα εκτεταμένες που στόχευαν, κυρίως αυτές, το μεγαλοκαπιταλιστικό όραμα στο πλαίσιο των δυνατοτήτων του ιθαγενούς παραγωγικού συστήματος. Οι τάξεις και τα στρώματα του ελληνικού μικροκαπιταλισμού ήταν αυτές που με περισσότερη βουλιμία, ως μη προνομιούχες, προσέβλεπαν στις κλασικές διαδικασίες της συσσώρευσης, αλλά και σε ορισμένες άλλες όπως η κρατική προστασία απ’ όπου προσδοκούσαν και πετύχαιναν αύξηση των εισοδημάτων χάρη στην φοροαπαλλαγή, τη φοροδιαφυγή, την απονομή προνομίων, τίς επιδοτήσεις, τους χαριστικούς δανεισμούς.»

Άγγελος Ελεφάντης : Στον αστερισμό του λαϊκισμού, εκδ. Ο ΠΟΛΙΤΗΣ, Αθήνα, 1991, σελ. 173

Στη παρακάτω ιστορία, υπήρξα αυτόπτης μάρτυς.

Τη μεταφέρω όπως συνέβη.

Η συνομιλία ήταν μεταξύ δύο ανθρώπων και ήταν έντονη.

Ο ένας, δημόσιος υπάλληλος.

Ο άλλος, ελεύθερος επαγγελματίας, ηλεκτρολόγος για την ακρίβεια.

Και οι δύο φίλοι απ’ τα παλιά, χωρίς ποτέ ίσαμε τα σήμερα ν’ αλλάξουν λόγια μεταξύ τους. Άλλαξαν λόγια όμως σήμερα.

Ο ηλεκτρολόγος πυρ και μανία. «Καλά σας κάνουν και σε κόβουν τους μισθούς», έλεγε, «γιατί πρέπει να κλείσει αυτή η μαύρη τρύπα του προϋπολογισμού, την οποία τη πληρώνουμε όλοι οι άλλοι».

Φυσικά ο ηλεκτρολόγος, η μαινάς του οποίου τον έκανε να ξεχάσει ότι τα εισοδήματα που απέκτησε όταν οι δουλειές πήγαιναν καλά, προήλθαν και από πελάτες του που ήταν δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά, τότε, όχι μόνο δεν τον απασχολούσε η «μαύρη τρύπα» του προϋπολογισμού, ή του δημόσιου χρέος, μα είχε τόση σύγχυση περί αυτών, ώστε νόμιζε ότι ήταν το εν και το αυτό. Και το κυριότερο, ο ηλεκτρολόγος μας, φαίνεται να αγνοούσε και βασικά στοιχεία της λειτουργίας της αγοράς, της οποίας, μεταξύ αυτού και του δημοσίου υπαλλήλου, ήταν και ο «αυθεντικότερος» εκφραστής. Ότι δηλαδή, οι δουλειές του δεν πήγαιναν καλά, ακριβώς διότι, μεταξύ των άλλων, πετσοκόπηκαν και οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων.

Ο δημόσιος υπάλληλος, όμως, δεν άφησε αναπάντητη την μομφή που εισέπραξε.

«Εγώ» του είπε, «δεν έχω πρόβλημα να σου πω τι μισθό είχα στο δημόσιο πριν τέσσερα χρόνια, με είκοσι οκτώ χρόνια υπηρεσίας, με ένα πτυχίο πανεπιστημίου, με δυό παιδιά, και με μη εργαζόμενη γυναίκα. Έβγαζα όχι παραπάνω από 1500 ευρώ καθαρά, σήμερα, βρίσκομαι λίγο πιο πάνω από τα μισά απ’ το ποσό αυτό. Λες ότι ήταν πολλά. Λοιπόν θα συμφωνήσω, ότι το ενάμιση χιλιάρικο το δικό μου, βούλιαξε τα δημόσια έσοδα και δημιούργησε τη μαύρη τρύπα. Επειδή χρόνια τώρα ήθελα να σου κάνω αυτή την ερώτηση και από τακτ την απέφευγα, τώρα όμως μου δίνεις εσύ το δικαίωμα και σε ρωτώ. Εσύ, έχεις το θάρρος να μας πεις, εδώ μπροστά σε όλους, το έβγαζες ας πούμε σ’ ένα χρόνο, και τι δήλωνες απ’ αυτά που έβγαζες; Έχεις το θάρρος να φέρεις τις φορολογικές σου δηλώσεις εδώ στο καφενείο, και να τις βάλουμε κάτω μαζί με τις δικές μου και να συγκρίνουμε τι δήλωνα εγώ και τι εσύ; Έχεις το θάρρος να φέρεις τις δηλώσεις στην εφορία των ακινήτων, και να συγκρίνουμε τα Ε9 τα δικά σου με τα δικά μου, και να δούμε τι έχεις εσύ και τι εγώ, και το κυριότερο, πώς τα απέκτησες εσύ και πώς εγώ; Να φέρουμε και τα βιβλιάρια των τραπεζικών μας καταθέσεων, να δούμε τι έχεις εσύ και τι εγώ; Μόνο τότε θα σου αναγνωρίσω το δικαίωμα να μιλάς για μένα».

Όμως, για κακή τύχη του ηλεκτρολόγου, εκεί, στη παρέα, υπήρχε και κάποιος άλλος : ο φοροτέχνης που έκανε τις δηλώσεις του ηλεκτρολόγου και των δύο. Ο δημόσιος υπάλληλος στράφηκε προς αυτόν και του είπε : «Εσύ ξέρεις πόσο «πλούσιος» είμαι. Μπορείς να μου πεις τι σου δηλώνει ο φίλος μας από δω κάθε χρόνο ως εισόδημα»; Φυσικά ο φοροτέχνης δεν απάντησε. «Δεν απαντάς;» του λέει ο δημόσιος υπάλληλος; «Δεν χρειάζεται. Να σου πω εγώ, διότι το δήλωνε προέκυπτε από κάποια συμφραζόμενα που έλεγε. Π.χ., όταν π.χ., δήλωνε τόσα πολλά, ώστε έψαχνε να βρει πώς θα καλύψει το τεκμήριο της αγοράς ενός αυτοκινήτου, που για τους περισσότερους υπαλλήλους, ιδιώτες ή δημοσίους, δεν ήταν πρόβλημα, βγάλε συμπέρασμα τι δήλωνε. Μάλλον δήλωνε άπορος. Αλλά, να σου υπενθυμίσω εγώ, πως όσες φορές σε φώναξε, ποτέ σου δεν μου έκοψες μια απόδειξη, και θέλω να μάθω, αν εδώ μέσα στο καφενείο, υπάρχει κάποιος που να θυμάται τον κύριο από δω να του έχει κόψει απόδειξη, διότι ξέρω ότι έχει πολλούς πελάτες εδώ μέσα. Λοιπόν φίλε μου να σου πω κάτι; Στις καλές εποχές, εγώ σε κόβω να κονόμαγες τουλάχιστον δύο με τρεις φορές πάνω απ’ όσα δήλωνα εγώ και να δήλωνες το ένα τρίτο απ’ όσα υποχρεωτικά εγώ δήλωνα»

Ο ηλεκτρολόγος αντέδρασε : «Δεν είναι έτσι. Το τι έβγαζα εγώ πού το ξέρεις εσύ;»

«Πού το ξέρω; Μα έλα τώρα! Στην Ελλάδα ζούμε, που εκτός από κακούς δημόσιους υπαλλήλους, ξέρεις είναι και πρωταθλήτρια στη φοροδιαφυγή και σ’ αυτό το πρωτάθλημα, εγώ όπως ξέρεις δεν παίζω όχι γιατί δεν θα το ήθελα, μα γιατί δεν μπορώ, βλέπεις είναι τουλάχιστον έντιμος και το λέω στα ίσια. Πάντως, φίλε μου, να σου κάνω και ένα μάθημα δημόσιας οικονομίας, γιατί βλέπεις βγάζοντας πριν τριάντα χρόνια κι εκείνη την έρμη την ΑΣΟΕΕ, τουλάχιστον έμαθα δυό πράγματα που μου επιτρέπουν να μπορώ να δώσω απαντήσεις σε ερωτήματα σαν και τα δικά σου. Αυτό που λες «μαύρη τρύπα», δεν τη δημιούργησε ο μισθός μου, μα η δική σου φοροδιαφυγή, και συ είσαι η μαρίδα στην υπόθεση. Αν όλοι πλήρωναν τους φόρους τους, όπως εγώ φίλε μου με τον θηριώδη μισθό των 1500 ευρώ το μήνα, σήμερα όχι έλλειμμα δεν θα είχε ο προϋπολογισμός, αλλά μεγάλα πλεονάσματα, και το δημόσιο χρέος θα ήταν στο μισό από εκεί που ήταν πριν έρθει εδώ το ΔΝΤ. Εσύ κυρίως κι όχι εγώ δημιούργησα τη μαύρη τρύπα. Και για να είμαι δίκαιος μαζί σου, πράγμα που εσύ δεν είσαι μ’ εμένα σου λέω και τούτο. Όχι μόνο εσύ, μα και όσοι έβγαλαν χοντρά λεφτά κατακλέβοντας το ελληνικό δημόσιο, με μίζες, με λαθρεμπόρια, με δημόσια έργα υπερκοστολογημένα, με, με, με… Εκεί ψάξε τα χοντρά λεφτά που λείπουν απ’ το δημόσιο, πριν έρθεις στο δικό μου χιλιάρικο. Και να σου πω κάτι ακόμα; Όλοι εμείς που πληρώνουμε μέχρι δεκάρας τους φόρους μας, δηλαδή οι ιδιωτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι και οι συνταξιούχοι, εμείς είμαστε αυτοί που τελικά σε χρυσοπληρώνουμε φίλε μου. Διότι τα νοσοκομεία που πηγαίνεις, οι κρατικοί γιατροί που επισκέπτεσαι, το δημόσιο σχολειό που στέλνεις τα παιδιά σου, η αστυνομία που σε φυλάει, η πυροσβεστική που σβήνει τη φωτιά απ’ το σπίτι σου, ο στρατός που φυλάει τη χώρα, τα δικαστήρια που πηγαίνεις όταν θέλεις να βρεις το δίκιο σου, όλα αυτά, κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τους, φίλε μου, χρηματοδοτούνται όχι από τους ανθρώπους της «αγοράς» που εκπροσωπείς, μα από τους εργαζόμενους που εγώ εκπροσωπώ δηλαδή,  τους μισθωτούς και συνταξιούχους. Πριν πέντε χρόνια είχες κάνει εγχείρηση θυμάμαι και μπήκες σε δημόσιο νοσοκομείο. Μήπως θέλεις να βάλουμε κάτω τα νούμερα να δούμε, αυτό το νοσοκομείο στο οποίο μπήκες, αυτοί οι κακοί κρατικοί γιατροί και νοσοκόμες και νοσοκόμοι που σε περιέθαλψαν, πόσο συνέβαλες εσύ στη λειτουργία του και πόσο εγώ; Και μέχρι να φτάσουμε στο σημείο από τις στατιστικές να πληροφορηθούμε ότι τα αφεντικά δεν είναι φτωχότερα απ’ τους υπαλλήλους τους, διότι σήμερα αυτό συμβαίνει με τα εισοδήματα που δηλώνονται, μέχρι τότε, μην επιχειρείς να με ενοχοποιήσεις, διότι δεν θα το καταφέρεις. Με λίγα λόγια, το μεγάλο κόστος δεν είμαι εγώ για τη λειτουργία του Κράτους, αλλά η φοροδιαφυγή, και όλα όσα ανέφερα παραπάνω. Λοιπόν, ας λυθούν πρώτα αυτά τα προβλήματα που εκπροσωπούν και τα τεράστια διαφυγόντα κέρδη, κι αν και τότε τα δημόσια οικονομικά δε φτιάξουν, να ξανάρθουμε να συζητήσουμε. Όμως είναι κρίμα, διότι στην ουσία, φίλε μου, μαζί μου θα έπρεπε να είχες τις μικρότερες διαφορές, διότι από μένα έφαγες και ψωμί κάποτε και μάλιστα καλό ψωμί. Αλλού θάπρεπε να ψάξεις τον εχθρό σου, ή, αν θέλεις, τον κυριότερο εχθρό σου. Μπρος στα θηρία που λεηλάτησαν τον τόπο αυτό, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ξέρεις κάτι φίλε μου; Εμείς βράζουμε στο ίδιο καζάνι τελικά. Αλλά, αυτό, μάλλον, δύσκολα το καταλαβαίνουμε κι εμείς οι «άμεσα ενδιαφερόμενοι», και κάποιοι έχουν κάθε συμφέρον να μη το καταλάβουμε και ποτέ».

«Έτσι όπως το πας, λίγο ακόμα, και θα βγεις άσπρη περιστερά», απάντησε ο ηλεκτρολόγος.

«Όλα είναι σχετικά. Ξέρεις, το γκρι ας πούμε, μπορεί να φαντάζει λαμπερό μπρος στη πίσσα. Δεν λέω ότι δεν είμαι γκρι, αλλά, η πίσσα βρίσκεται αλλού. Πίσσα θα γίνω όταν θα φτάσω κι εγώ να αποτελώ την αδιαμφισβήτητη μαύρη τρύπα όχι των δημοσίων δαπανών, που δεν είμαι ούτε αυτό, μα των διαφευγόντων κάθε χρονιά δημοσίων εσόδων από τη φοροδιαφυγή, τη εισφοροδιαφυγή, τις μίζες, το λαθρεμπόριο, τη μεγάλη διαπλοκή, έσοδα φίλε μου, που είναι περίπου πενήντα δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο, όταν περιμένουμε ξένες επενδύσεις κάποιων εκατομμυρίων, για να κινηθεί η αγορά, ή όταν περικόπτονται συντάξεις για κάποια «τρύπα» τριακοσίων εκατομμυρίων ευρώ».

Κάπου εκεί, η διαμάχη έληξε με την παρέμβαση κάποιων ψυχραιμότερων που τους υπενθύμισαν και τη παλιά τους φιλία, αλλά, πολύ φοβούμαι, πώς όταν κάποτε η μπόρα περάσει, δεν θ’ αφήσει πίσω της μονάχα οικονομικά ερείπια, μα και ερείπια που έχουν να κάνουν με τις ανθρώπινες σχέσεις, φιλίες, ακόμα και διαλυμένες οικογένειες…

Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Άρθρα. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Μία ἀπάντηση στὸ Ποιος πληρώνει ποιόν και τι σ’ αυτόν το τόπο…

  1. Ὁ/ἡ oxtapus γράφει:

    Reblogged this on Oxtapus *beta.

    Μοῦ ἀρέσει

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.