Που βρισκόμαστε και τι να περιμένουμε από την κρίση


Παρά το τελευταίο «κυπριακό έπος», δεν έχει υπάρξει καμία ουσιαστική αλλαγή όσον αφορά την κρίση του ευρώ: η αποφασιστικότητα της ΕΚΤ, η σημαντική μείωση του κινδύνου εξόδου από του ευρώ, και οι προσεκτικές προσπάθειες για την αντιμετώπιση της ατελούς κατασκευής της ΟΝΕ, έχουν μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο μίας συστημικής κατάρρευσης.

Ωστόσο, το επίκεντρο της κρίσης έχει μετατοπιστεί σε άλλες, εξίσου ανησυχητικές, διαστάσεις: την κοινωνική και την πολιτική. Οι φορείς χάραξης πολιτικής, στο επίπεδο της ΕΕ και σε εθνικό επίπεδο, θα πρέπει να ξεπεράσουν την λογική που επικρατεί, του «ας περιμένουμε να δούμε τι θα γίνει». Πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους για να μετριάσουν τις αρνητικές επιπτώσεις που προκύπτουν από τη πολύχρονη ύφεση και τα αφόρητα υψηλά επίπεδα ανεργίας. 

Σε αντίθεση με τον περασμένο Σεπτέμβριο, δεν θα υπάρχει κανένας παράγοντας αντίστοιχος με την ΕΚΤ, που να μπορεί να ενεργήσει αρκετά γρήγορα και αποφασιστικά ώστε να αποφευχθεί μία πιθανή επιδείνωση της κρίσης σε περίπτωση που τα πράγματα βγουν εκτός ελέγχου από πολιτικής άποψης, σε ένα ή περισσότερα από τα κράτη-μέλη, ή ακόμη και μεταξύ των χωρών της ΕΕ.

Όσον αφορά την τρέχουσα «κατάσταση της κρίσης», υπάρχουν καλά και κακά νέα. Ας ξεκινήσουμε με τα καλά: παρά τη μάλλον αδέξια κακή διαχείριση και τις απρόβλεπτες μακροπρόθεσμες συνέπειες του τελευταίου «κυπριακού έπους», δεν έχει υπάρξει καμία ουσιαστική αλλαγή όσον αφορά την κρίση του ευρώ.

Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) το Σεπτέμβριο του 2012 να παρέχει ένα «μεγάλο μπαζούκα» στο πλαίσιο του προγράμματος των οριστικών νομισματικών συναλλαγών (OMT), η σημαντική μείωση του κινδύνου εξόδου μίας χώρας από την ευρωζώνη, και οι προσεκτικές προσπάθειες για την αντιμετώπιση της ατελούς κατασκευής της ΟΝΕ (συμπεριλαμβανομένων των πρώτων κινήσεων προς την καθιέρωση μίας τραπεζικής ένωσης), έχουν αυξήσει την εμπιστοσύνη στο κοινό νόμισμα και έχουν μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο μίας συστημικής κατάρρευσης.

Η πτώση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, η αύξηση των εισροών κεφαλαίων στην Ευρώπη, η σταδιακή αύξηση των τραπεζικών καταθέσεων στις πληγείσες χώρες (με την εξαίρεση της Κύπρου), η συρρίκνωση του ισολογισμού της ΕΚΤ, η αύξηση των εξαγωγών και η μείωση των ελλειμμάτων τρεχουσών συναλλαγών στις χώρες που πλήττονται περισσότερο από την κρίση, η βελτίωση της εμπιστοσύνης των επιχειρήσεων και της αγοράς παρά το σχέδιο διάσωσης της Κύπρου, και η αίτηση της Λετονίας να ενταχθεί στο ευρώ το 2015 –μία ισχυρή ένδειξη της εμπιστοσύνης στο μακροπρόθεσμο μέλλον του ευρώ- όλα δείχνουν ότι η κατάσταση έχει βελτιωθεί.

Ωστόσο, ας δούμε και τα κακά νέα: η οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση δεν βρίσκεται ούτε κατά διάνοια κοντά στο τέλος της, και το επίκεντρο της κρίσης έχει μετατοπιστεί σε άλλες, εξίσου ανησυχητικές διαστάσεις. Οι συνθήκες στον τραπεζικό τομέα παραμένουν ανησυχητικές: τα υψηλά ιδιωτικά επίπεδα χρέους προκαλούν αυξανόμενα προβλήματα, καθότι πολλά νοικοκυριά δε μπορούν να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους, και το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα παραμένει ιδιαίτερα κατακερματισμένο, προκαλώντας όλο και περισσότερα προβλήματα αναχρηματοδότησης, ιδιαίτερα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στις χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση.

Τα κρατικά επίπεδα χρέους εξακολουθούν να αυξάνονται, κυρίως λόγω της οικονομικής συρρίκνωσης· οι πιθανές μακροπρόθεσμες συνέπειες της διάσωσης της Κύπρου (συμπεριλαμβανομένων του κουρέματος των τραπεζικών καταθέσεων και της εισαγωγής προσωρινών ελέγχων κεφαλαίου) δε είναι προβλέψιμες· η Σλοβενία βρίσκεται υπό πίεση και θα μπορούσε να γίνει η επόμενη (τελευταία;) χώρα του προγράμματος· οι οικονομικές προβλέψεις είναι δυσοίωνες για σχεδόν όλες τις χώρες της ΕΕ τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2013· και, τελευταίο αλλά σίγουρα όχι λιγότερο σημαντικό, η ανεργία (μεταξύ των νέων) έχει αποδειχθεί αφόρητη σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, σημειώνοντας ρεκόρ υψηλών επιπέδων και ακόμη και η αναμενόμενη οικονομική ανάκαμψη (ή μάλλον αυτή για την οποία υπήρχαν ελπίδες) δεν θα έχει άμεσες και σημαντικές θετικές επιπτώσεις στην αγορά εργασίας.

Μετατόπιση της προσοχής στην κοινωνικό-πολιτική διάσταση

Ενώ ο κίνδυνος μίας συστημικής κατάρρευσης του ευρώ έχει μειωθεί, η προσοχή έχει μετατοπιστεί στις κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες της κρίσης. Οι πολίτες είναι δυσαρεστημένοι με την πολιτική ελίτ, και δείχνουν τη δυσαρέσκειά τους με το «παλιό κατεστημένο» και τις «Βρυξέλλες».  Η άνοδος του Μπέπε Γκρίλο και του Κινήματος των Πέντε Αστέρων στην Ιταλία, της Χρυσής Αυγής και του Σύριζα στην Ελλάδα, της Μαρίν Λε Πεν στη Γαλλία, των Αληθινών Φινλανδών στη Φινλανδία, του Κόμματος Ανεξαρτησίας Ηνωμένου Βασιλείου, και οι χιλιάδες διαδηλωτές στους δρόμους της Βουλγαρίας, της Ισπανίας ή της Πορτογαλίας, σηματοδοτούν την αυξανόμενη δυσαρέσκεια με την τρέχουσα κατάσταση των πραγμάτων, και εγείρουν ακόμη και ανησυχίες σχετικά με την κατάσταση της δημοκρατίας στην Ευρώπη.

Πολλά από αυτά τα κινήματα/κόμματα, χρησιμοποιούν μία ρητορική ενάντια στο ευρώ και/ή την ΕΕ για να υποστηρίξουν το σκοπό τους, αλλά κανένα από αυτά δεν έχει μπορέσει –τουλάχιστον μέχρι στιγμής- να διαμορφώσει μία αξιόπιστη εναλλακτική λύση για την ΕΕ και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αν και μερικοί ισχυρίζονται ότι το έχουν καταφέρει. Μία περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης, θα μπορούσε να δώσει επιπλέον ώθηση σε αυτές τις πολιτικές δυνάμεις, όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπου υπάρχει καλή πιθανότητα ότι οι δυνάμεις που κριτικάρουν και αντιμάχονται την ΕΕ θα γίνουν περισσότερο εμφανείς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (ΕΚ), μετά τις εκλογές του 2014.

Οι πολίτες στις χώρες που πλήττονται περισσότερο έχουν είτε φτάσει, ή είναι κοντά στο να φτάσουν το σημείο όπου πλέον δεν είναι έτοιμοι, πρόθυμοι ή ικανοί να «σηκώσουν» τις αρνητικές παράπλευρες επιπτώσεις της κρίσης. Η μακροχρόνια ύφεση, οι υψηλότεροι φόροι και οι περικοπές στην κοινωνική πρόνοια, η αύξηση της ανεργίας (των νέων), και η απώλεια της ελπίδας, έχουν οδηγήσει σε συλλογική απογοήτευση, απελπισία και οργή, αυξάνοντας τον κίνδυνο των κοινωνικοπολιτικών εκρήξεων με απρόβλεπτες συνέπειες για την κάθε χώρα και για το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Η άνοδος των εξτρεμιστικών και των ξενοφοβικών κομμάτων, η αύξηση του λαϊκισμού ενάντια στην ΕΕ και των συναισθημάτων ενάντια στο ευρώ, η ανάδυση του εθνικιστικού σωβινισμού, των εθνικών στερεοτύπων, των ιστορικών δυσαρεσκειών, και η εντατικοποίηση ενός υπεραπλουστευμένου και επιβλαβούς παιχνιδιού επίρριψης ευθυνών μεταξύ των κρατών-μελών, είναι όλες σοβαρές αιτίες για ανησυχία.

Από το 2012, οι ανησυχίες αυτές έχουν οδηγήσει σε μία σειρά από πολιτικά μέτρα: το τέλος της δημόσιας εικασίας σχετικά με την πιθανή ελληνική έξοδο από το ευρώ· την απόφαση να δοθεί περισσότερος χρόνος σε Γαλλία, Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλία για να εφαρμόσουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και για να επιτύχουν τους στόχους του ελλείμματος, υπό την προϋπόθεση ότι παραμένουν σταθερά προσηλωμένες στους στόχους αυτούς· στη δημόσια συζήτηση για το αποτέλεσμα των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών που πυροδοτήθηκε από τη δημόσια αναγνώριση δύο κορυφαίων οικονομολόγων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) –των Olivier Blanchard και Daniel Leigh– ότι ο φορέας τους (και άλλοι φορείς) είχε αξιολογήσει εσφαλμένα τις αρνητικές επιπτώσεις της δημοσιονομικής εξυγίανσης στις ευρωπαϊκές οικονομίες· και στις μέτριες προσπάθειες σε επίπεδο ΕΕ, για την πυροδότηση της ανάπτυξης και την καταπολέμηση της ανεργίας (μεταξύ των νέων).

Όλα αυτά δείχνουν ότι οι ευρωπαϊκοί και οι εθνικοί φορείς χάραξης πολιτικής –και σε χώρες που έχουν πληγεί λιγότερο από την κρίση- είναι πρόθυμοι, λόγω ιδιοτέλειας, να κάνουν περισσότερα για να αποτρέψουν την περαιτέρω κοινωνική και πολιτική αποσταθεροποίηση σε ατομικό επίπεδο, και μεταξύ των κρατών-μελών, η οποία μπορεί να έχει δυνητικά ανυπολόγιστες αρνητικές συνέπειες σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ωστόσο, οι ηγέτες της ΕΕ δεν έχουν μπορέσει μέχρι στιγμής να προσφέρουν μία πειστική και ολοκληρωμένη απάντηση στη βασική πρόκληση, δηλαδή την τόνωση της ανάπτυξης και της απασχόλησης, ιδίως στις πληγείσες χώρες. Κύρια υπόθεσή τους, ή μάλλον ελπίδα τους (!) είναι ότι η οικονομική κατάσταση θα βελτιωθεί προς το τέλος του 2013 και κατά το 2014, εξαιτίας της αυξημένης ζήτησης από χώρες εκτός Ευρώπης (ιδίως από την Κίνα), και λόγω της θετικής επίδρασης που αναμένεται από την επιστροφή της εμπιστοσύνης στο μέλλον του ευρώ. Επιπλέον, επικρατεί η εντύπωση ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σε πολλές χώρες της ΕΕ τελικά θα αποδώσουν οφέλη και θα βελτιώσουν την οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση και ότι, εν τω μεταξύ, θα πρέπει να βρεθούν τρόποι για να κερδίσουμε χρόνο και να μετριαστούν οι αρνητικές επιπτώσεις από τις αναπόφευκτες περικοπές των δημοσίων δαπανών και τις μεταρρυθμίσεις.

Δίνοντας περισσότερο χρόνο στις χώρες για την συγκέντρωση των εθνικών προϋπολογισμών, η μεγαλύτερη έμφαση στην καταπολέμηση της ανεργίας (των νέων, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, την Πρωτοβουλία Νέων Ευκαιριών και το σύστημα εγγύησης των Νέων), η προώθηση των επενδύσεων στις πληγείσες χώρες μέσω της ανακατανομής των διαρθρωτικών ταμείων, η αύξηση του κεφαλαίου της ΕΤΕπ (Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων κεφαλαίου), η εισαγωγή των ομολόγων έργων με στόχο την τόνωση της χρηματοδότησης από την κεφαλαιαγορά για έργα υποδομής μεγάλης κλίμακας, οι δράσεις που αποσκοπούν στην ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, οι πολλαπλές μειώσεις των επιτοκίων μέσω της ΕΚΤ, η ανακεφαλαιοποίηση και εξυγίανση των προβληματικών τραπεζών και άλλα βήματα για να ξεπεραστεί ο οικονομικός κατακερματισμός –όλα αυτά τα μέτρα είναι στραμμένα στη σωστή κατεύθυνση.

Ωστόσο, δεν υπάρχουν εγγυήσεις ότι τα μέτρα αυτά θα είναι αποτελεσματικά, ούτε ότι η επιτυχία θα έρθει γρήγορα ώστε να αποφευχθεί πράγματι η περαιτέρω κλιμάκωση της κατάστασης στις χώρες που έχουν πληγεί. Εν τω μεταξύ, η ΕΕ θα παραμείνει –τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2013- κολλημένη στη νοοτροπία του «βλέποντας και κάνοντας» και έτσι δεν θα πρέπει να περιμένουμε οποιεσδήποτε σημαντικές καινοτομίες ή μεγάλες πρωτοβουλίες μέσα στους επόμενους μήνες, εξαιτίας δύο βασικών λόγων.

Πρώτον, το γεγονός ότι οι υπαρξιακές πιέσεις του ευρώ έχουν μειωθεί σημαντικά, έχει υπονομεύσει την προθυμία των κυβερνήσεων της ΕΕ να λάβουν άμεσα αποφάσεις ή να υποβάλλουν νέες, ριζοσπαστικές προτάσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν θα υπάρξει καμία πρόοδος όσον αφορά θέματα που σχετίζονται με μερικά από τα λιγότερο αμφιλεγόμενα ζητήματα γύρω από τη δημιουργία μίας τραπεζικής ένωσης ή βελτίωση των υφιστάμενων και εισαγωγή νέων οργάνων με στόχο την ενίσχυση της διακυβέρνησης της ΟΝΕ και της ανταγωνιστικότητας των κρατών-μελών. Το τελευταίο, θα μπορούσε να περιλαμβάνει πρακτικές βελτιώσεις όσον αφορά το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, πρόοδο προς την εισαγωγή «διμερών συμβάσεων» μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των κρατών-μελών, τη δημιουργία ενός νέου «μηχανισμού αλληλεγγύης» που θα παρέχει τα οικονομικά μέσα για την υποστήριξη των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και των καινοτομιών με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, ή τα μέσα για την ενίσχυση του εκ των προτέρων συντονισμού των μεγάλων εθνικών μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο, η ουσιαστική πρόοδος και οι τελικές αποφάσεις σε πιο ευαίσθητα ζητήματα, όπως είναι η δημιουργία ενός ενιαίου μηχανισμού επίλυσης ή οι λεπτομέρειες μίας ενδεχόμενης άμεσης ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, θα χρειαστούν περισσότερο χρόνο.

Δεύτερον, οι επόμενοι μήνες θα συνεχίσουν να επισκιάζονται από την αναμονή στις Βρυξέλλες και στις άλλες πρωτεύουσες για το αποτέλεσμα των γερμανικών ομοσπονδιακών εκλογών τον Σεπτέμβριο του 2013. Εξακολουθεί να είναι αδύνατο να κάνουμε προβλέψεις σχετικά με την έκβαση των εκλογών ή τις δυνητικές επιπτώσεις τους για τις υποθέσεις της ΕΕ.

Πολλές είναι οι πιθανές εκβάσεις: ο τωρινός συντηρητικός/φιλελεύθερος συνασπισμός μεταξύ CDU/CSU και FDP υπό την ηγεσία της καγκελαρίου Μέρκελ μπορεί να είναι σε θέση να παραμείνει στην εξουσία, εφόσον οι συντηρητικοί δεν χάσουν ποσοστά στήριξης κατά τους τελευταίους μήνες και εφόσον οι φιλελεύθεροι εισέλθουν στο Bundestag. Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία των ψηφοφόρων θα προτιμούσε κάποια άλλη κυβέρνηση συνασπισμού, υπό της ηγεσία της Άνγκελας Μέρκελ.

Ένας τέτοιος εναλλακτικός συνασπισμός, θα μπορούσε να περιλαμβάνει είτε τους σοσιαλδημοκράτες (SPD) σε ένα μεγάλο συνασπισμό (η προτιμώμενη εναλλακτική από τους περισσότερους Γερμανούς) ή έναν συνασπισμό μεταξύ CDU/CSU και των Πρασίνων (Bündnis 90/Die Grünen), αν και η τελευταία εναλλακτική φαίνεται λιγότερη πιθανή, λόγω της (όλο και αυξανόμενης) εσωτερικής αντιπολίτευσης και στις δύο πλευρές. Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να αποκλείουμε και ένα άλλο ενδεχόμενο: αν μειωθεί η υποστήριξη για την Άνγκελα Μέρκελ και το CDU/CSU στην τελική ευθεία για τις εκλογές, όπως συνέβη τόσο το 2004 όσο και το 2009, και εάν οι σοσιαλδημοκράτες μπορέσουν να ανακτήσουν έδαφος, τόσο το SPD όσο και οι Πράσινοι θα επιλέξουν έναν συνασπισμό με επικεφαλής τον Πέερ Στάινμπρουκ (SPD). Οι πιθανότητες για αυτή την εναλλακτική θα μπορούσαν να αυξηθούν εάν το νεοσυσταθέν κόμμα ενάντια στο ευρώ –Εναλλακτική Για την Γερμανία (AfE)- μπορέσει να προσελκύσει τμήματα του εκλογικού σώματος που διαφορετικά θα ψήφιζαν CDU/CSU, ακόμη και αν το ίδιο το AfE αποκλείεται να ξεπεράσει το 5 τοις εκατό που είναι απαραίτητο για να εξασφαλίσει έδρες στο Bundestag.

Είναι ακόμη πιο δύσκολο να κάνουμε σωστές προβλέψεις για τις συνέπειες που θα έχουν οι επόμενες γερμανικές εκλογές για τις υποθέσεις της ΕΕ, αν και μπορούν να γίνουν ορισμένες υποθέσεις: μία νέα γερμανική κυβέρνηση –ακόμη και αν δεν ηγείται από την καγκελάριο Μέρκελ- είναι απίθανο να κάνει ριζικές αλλαγές όσον αφορά τις ευρωπαϊκές υποθέσεις.

Ωστόσο, θα είναι πολιτικά ευκολότερο για οποιαδήποτε νέα κυβέρνηση με φρέσκια εντολή, να λάβει ορισμένες «δύσκολες» αποφάσεις που αφορούν, για παράδειγμα, τον Ενιαίο Μηχανισμό Επίλυσης, την άμεση (περιορισμένη) ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, ή τη δημιουργία ενός νέου χρηματοδοτικού μέσου που προορίζεται για την υποστήριξη συγκεκριμένων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην ΕΕ, ή τις χώρες της ΕΕ που πλήττονται ιδιαίτερα από την κρίση.

Μία κυβέρνηση που περιλαμβάνει το SPD και/ή τους Πράσινους, μπορεί να είναι πιο πρόθυμη και πολιτικά ικανή να τονώσει την εγχώρια ζήτηση και να προωθήσει ένα ουσιαστικό, καλά στοχευμένο, αλλά προσωρινό ευρωπαϊκό πακέτο κινήτρων (αλλά χωρίς μόνιμες μεταβιβάσεις!), ιδιαίτερα αν το τελευταίο έχει ως στόχο την καταπολέμηση της ανεργίας (των νέων). Πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πέρα, μία κυβέρνηση συνασπισμού που θα περιλαμβάνει «μόνο» το SPD και τους Πράσινους, μπορεί να είναι πιο ανοιχτή σε ιδέες με στόχο την εφαρμογή ενός συστημικού οργάνου το οποίο θα μπορεί να παρέχει αντικυκλική οικονομική υποστήριξη –κάτι προς την κατεύθυνση της «ικανότητας απορρόφησης κραδασμών» που προτάθηκε στην έκθεση των τεσσάρων Προέδρων του περασμένου Νοεμβρίου.

Όσον αφορά το μακροπρόθεσμο πολιτικό-θεσμικό μέλλον της ΕΕ, δεν είναι σε καμία περίπτωση σαφές εάν η επόμενη γερμανική κυβέρνηση θα είναι πρόθυμη να ξεπεράσει τα όρια τα οποία καθορίζονται από τις ισχύουσες Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυξάνονται οι ενδείξεις ότι η επόμενη γερμανική κυβέρνηση μπορεί να υποστηρίξει τις στοχευμένες μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων των περιορισμένων τροποποιήσεων των Συνθηκών, αλλά ότι το Βερολίνο θα αποφύγει τις καινοτομίες που μπορεί να απαιτούν μία ακόμη μεγάλη άσκηση μεταρρυθμίσεων στην ΕΕ, που θα χρειάζεται μία τρίτη Ευρωπαϊκή Σύμβαση, μετά τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 2014, φοβούμενο τις συνέπειες μίας πιθανής αποτυχίας.

Τέλος, είναι αρκετά πιθανό, ότι το κλίμα επαναπροσέγγισης μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου θα είναι πιο ελπιδοφόρο –ανεξάρτητα από την έκβαση των εκλογών- μετά τις εκλογές, καθώς και οι δύο πλευρές θα είναι πιθανότατα περισσότερο διατεθειμένες να συμβιβαστούν.

Σε γενικές γραμμές, φαίνεται πιθανό ότι οι κυβερνήσεις της ΕΕ, τα θεσμικά όργανα και ιδιαίτερα η ΕΚΤ, θα είναι σε θέση να κρατήσουν υπό έλεγχο τους οικονομικούς και δημοσιονομικούς κινδύνους που προκύπτουν από την κρίση. Ωστόσο, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση στις χώρες που πλήττονται περισσότερο από την κρίση, δεν είναι πιθανό να βελτιωθεί στο εγγύς μέλλον. Κατά συνέπεια, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής σε επίπεδο ΕΕ και σε εθνικό επίπεδο, θα πρέπει να εντείνουν περαιτέρω τις προσπάθειές τους για να μετριάσουν τις αρνητικές επιπτώσεις που προκύπτουν από την πολύχρονη ύφεση και τα αφόρητα υψηλά επίπεδα ανεργίας.

Η εμπειρία από το 2010 και μετά, έχει δείξει επανειλημμένα ότι η προθυμία και το θάρρος για φιλόδοξες ενέργειες, εξαρτώνται από το μέγεθος της πρόκλησης. Σήμερα, δεν είναι ξεκάθαρο το πόσο μακριά διατίθενται να φτάσουν οι ηγέτες των ισχυρών αλλά και των ασθενέστερων χωρών της ΕΕ.

Αλλά, δύο πράγματα είναι σίγουρα: οι άμεσες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της κοινωνικοπολιτικής διάστασης της κρίσης δεν πρέπει να υποτιμώνται και είναι πλέον στο χέρι των κυβερνήσεων, μεμονωμένα και συλλογικά, να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων.

Πηγή

Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Άρθρα. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.