“Φιλοσοφικό δοκίμιο για επαναστατημένα παιδιά”


Χριστούγεννα 2008

 Έτος 2008. Ο άνθρωπος που παρατηρούσε τ’ άστρα έπρεπε να σκύψει το κεφάλι του στη γη, να κοιτά τα πόδια του αντί τον έναστρο ουρανό! Ο πλήρης εγκλωβισμός στην ύλη επιταχύνεται. Η εικόνα διαστρέφεται εντελώς, τα κάτοπτρα της ψευδαίσθησης πολλαπλασιάζονται. Η αλήθεια απαγορευμένος καρπός. […]

Σήμερα δεν υπάρχει «νέα τάξη πραγμάτων», αυτή έχει παλιώσει χωρίς να καταφέρει να καθυποτάξει το πνεύμα. Είναι ακίνδυνη διότι είναι ξεπερασμένη και απροκάλυπτη πια. Ο Ιησούς δεν θυσιάστηκε, δεν προσέφερε την ψυχή του, για να λυτρώσει τον άνθρωπο από το «προπατορικό» αμάρτημα, ήρθε να ελευθερώσει τον άνθρωπο από τα δεσμά της ύλης και να υποδείξει τη μόνη οδό για την επιστροφή του ανθρώπου στον Κήπο του Παραδείσου ή Κήπο των Εσπερίδων, δηλαδή, στην κατάσταση ευτυχίας και εὒδαιμον το ἐλεύθερον!!!

Ε! τούτη την ελευθερία αναζητούν τα παιδιά του κόσμου και όσοι από τους ενήλικες δεν έχασαν την ψυχή τους, το αιώνιο παιδί. Είναι εκείνη η ποιότητα που κάνει τους Έλληνες να μένουν πάντα παιδιά, όπως λέει ο Πλάτων, και τον Ιησού να τους εμπιστευθεί. […]

Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι δεν θέλω να υπάρχω, ότι, δηλαδή,  θέλω να πεθάνω, αλλά πολύ συχνά με κατέκλυζε η σκέψη ότι δεν θέλω να είμαι εδώ!  Άλλο δεν θέλω να υπάρχω κι άλλο δεν θέλω να υπάρχω εδώ. Μου έλεγαν ότι αυτό είναι τάση φυγής από την πραγματικότητα. Και ποια είναι η πραγματικότητα; ρωτούσα προσπαθώντας να βάλλω τάξη στο «παράλογο». Μου εξηγούσαν ότι στην πραγματικότητα πρέπει να κάνεις εκείνο, πρέπει να κάνεις το άλλο, κι αν τώρα δεν καταλαβαίνεις θα μεγαλώσεις και θα καταλάβεις. Μεγάλωσα και δεν κατάλαβα ή μάλλον αυτό που καταλαβαίνω με εξοργίζει τώρα ακόμη περισσότερο. […]

Όταν ήμουν παιδί άρχισα να μετρώ τ’ αστέρια, κάποιες φορές έχω την αίσθηση ότι τ’ αγγίζω, τα μαζεύω στις χούφτες μου και μ’ ανεβάζουν ψηλά. Τα παιδιά έχουν τούτη την ικανότητα. Ο κόσμος κάθε παιδιού είναι ένα μικρό σύμπαν. Μεγαλώνοντας άρχισαν να μου παίρνουν τ’ αστέρια μέσα από  τα χέρια ένα- ένα. Τα παιδιά έχουν και διαίσθηση. Έπρεπε ν’ αγωνιστώ για τ’ αστέρια μου. Γνώριζα ότι «εκεί έξω κάτι υπάρχει», κάτι συναρπαστικό και αποφάσισα ότι θα το φτάσω. Ο δρόμος ήταν ένας, τα ταξίδια, ταξίδια της φαντασίας, ταξίδια των ονείρων, ταξίδια μέσα από τα βιβλία, ταξίδια πραγματικά. Στόχο είχα, το δρόμο τον μάντεψα αλλά… έπρεπε πρώτα να υπομείνω το «σύστημα», όπως χιλιάδες, εκατομμύρια παιδιά που τους τσακίζουν τα φτερά. Οι καθηγητές θα έπρεπε να είναι οδηγοί στα ταξίδια των παιδιών, αλλά δεν είναι και οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα. […]

Γεννήθηκα το 1960. Θυμάμαι την επιβολή της χούντας, θυμάμαι τα τανκς και τον ήχο των πυροβολισμών ακριβώς όπως θυμάμαι τις καμπάνες να ηχούν χαρμόσυνα και τους κανονιοβολισμούς από τον Λυκαβηττό τις γιορτινές ημέρες. Θυμάμαι την οικογένεια μου μαζεμένη στο σπίτι των παππούδων. Θυμάμαι ότι για να πάμε εκεί από το σπίτι μας έπρεπε να ζητήσουμε την άδεια των αστυνομικών στο δρόμο! Θυμάμαι τα διαγγέλματα από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, η φωνή τους τρυπούσε τ’ αυτιά μου. Χρόνια αργότερα κατάφεραν να με συγκρατήσουν να μην πάω στο Πολυτεχνείο. Ήταν φοιτητές και ήμουν μαθήτρια, το σεβάστηκα. Θυμάμαι πολλά τα οποία κάποτε θα έπρεπε να τακτοποιήσω στο μυαλό μου. Τριάντα και πλέον χρόνια πίσω τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Δεν τρέχαμε από φροντιστήριο σε φροντιστήριο, δεν υπήρχε ο χυδαίος όρος «αγορά εργασίας», δεν ήταν στόχος ο πλουτισμός, δεν σε τσαλαπατούσαν τα αυτοκίνητα, δεν σ’ έπνιγε το καυσαέριο, δεν σε τρέλαινε ο θόρυβος. Υπήρχαν ακόμη ταβερνάκια και ρετσίνα, υπήρχαν ανθρώπινα μεγέθη… Παρόλα αυτά ο προσωπικός αγώνας για ελευθερία, αναλογικά, ήταν το ίδιο επώδυνος. Τη γενιά του 1960 τη σκίασε η γενιά του Πολυτεχνείου. Μία γενιά η οποία σε μεγάλο ποσοστό επαναπαύθηκε στις δάφνες της. Εμείς λοιπόν, η γενιά του ’60, που παρακολουθούσε χωρίς να δρα τόσα χρόνια ήρθε η ώρα ν’ αντιδράσει στη στρέβλωση και στην εκμετάλλευση και να στηρίξει τους δίκαιούς αγώνες των επαναστατημένων παιδιών, το μέλλον του πλανήτη. Θυμάμαι το Κυπριακό και τη μεταπολίτευση, ύστερα έφυγα στο εξωτερικό.

Κίνηση απαραίτητη για να συνειδητοποιήσει κανείς τι σημαίνει Ελλάδα. Η αποστασιοποίηση είναι αναγκαία για την αντικειμενική προσέγγιση της αλήθειας. […]

Επέστρεψα, για ακόμη μία φορά όλα αντιστράφηκαν. Στην πατρίδα μου τα κακώς κείμενα δεν μ’ ενοχλούσαν απλώς, με πονούσαν. Πίστεψα ότι μπορούσα να συμβάλλω στην αλλαγή τους… έτσι κατάλαβα τον ποιητή αλλά έπρεπε να μάθω γιατί (παλιά ιστορία αυτή) συμβαίνει αυτό.

Τότε δεν υπήρχε η σημερινή αγωνία για την εύρεση εργασίας, είχαν ήδη κερδιθεί τα δικαιώματα των εργαζομένων και τίποτα δεν προμήνυε την ύπαρξη της «Λευκής Βίβλου». Τώρα την ονόμασαν «Οικονομική κρίση» και για σωθεί η αύξηση κερδών εκβιάζουν εν ψυχρώ τους εργαζόμενους. Και τότε αγωνιζόμαστε για τις Συλλογικές Συμβάσεις εργασίας οι οποίες σήμερα απλώς δεν τηρούνται. […]

Έζησα την «αλλαγή» του ΠΑΣΟΚ. Άρχισα να διακρίνω την αριστερή σκέψη, την δεξιά νοοτροπία, το μανιφέστο του Μαρξ, τις θέσεις του Ρουσσώ, τον Έγκελο… Συγχρόνως αντιλαμβανόμουν ότι θεωρητικά υπάρχουν ή τουλάχιστον, υπήρχαν διαφορές, πρακτικά όμως ο ελεύθερος ανένταχτος πολίτης με κριτική πολιτική σκέψη και αίσθηση δικαίου ενοχλεί όλα τα πολιτικά κόμματα, ενοχλεί το «σύστημα».

Τα παιδιά σήμερα Σήμερα δεν υπάρχει «νέα τάξη πραγμάτων», αυτή έχει παλιώσει χωρίς να καταφέρει να καθυποτάξει το πνεύμα… και αφού δεν μπορεί να καθυποτάξει το πνεύμα προσπαθεί να το κατευθύνει προς την ύλη• σύμβολο της ύλης είναι το χρήμα. Έτσι, λοιπόν, η πολυπόθητη ανάπτυξη, που φέρνει ευημερία, δεν ήταν ανάπτυξη των τεχνών και των γραμμάτων, δεν προήγαγε τις επιστήμες για την απόκτηση γνώσεων, για την ελευθερία και την ευτυχία των ανθρώπων, για ισοπολιτεία και ισονομία, χρησιμοποίησε την τεχνολογία για να δημιουργήσει νέες «ανάγκες» οι οποίες οδήγησαν στον καταναλωτισμό• ο χρόνος συμπιέστηκε κι όλα άρχισαν να τρέχουν δημιουργώντας όλο και περισσότερες «ανάγκες», όλο και λιγότερο χρόνο για συγκέντρωση της σκέψης, των ψυχικών δυνάμεων και την επεξεργασία  των νέων δεδομένων σε όλα τα επίπεδα. Μέχρι που οδήγησε τους ανθρώπους από πολίτες να γίνουν καταναλωτές, υπόχρεοι του κράτους δίχως ουσιαστικά δικαίωμα διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους, δίχως ουσιαστικό έλεγχο των αντιπροσώπων τους. Οι υπηρέτες του κράτους μετατράπηκαν σε δυνάστες, η ταχύτητα του χρόνου στρέβλωσε την εικόνα, οι όροι αντιστράφηκαν, επικράτησε η εικονική πραγματικότητα, ο κοινωνικός ιστός άρχισε να διαλύεται εκ των έσω και μέσα στο απόλυτο παράλογο οφείλουμε, ως πειθήνια όργανα, να είμαστε περήφανοι για την «πρόοδο» του πολιτισμού μας πιστεύοντας ότι απ’ όλους τους πολιτισμούς που άνθισαν σε τούτη τον πλανήτη είναι εκείνος που έφτασε στην υψηλότερη ακμή. Αλαζονεία, απληστία και χρήμα. […]

Ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα σε ένδεια υλική μπορεί να είναι πολύ πιο ευτυχισμένο και ισορροπημένο από ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα σε υπέρμετρα υλικά αγαθά. Ό,τι λάμπει δεν είναι πάντα χρυσός. Τα παιδιά, σ’ όποιο κοινωνικό στρώμα κι αν γεννηθούν, αντιλαμβάνονται την αδικία και τη στρέβλωση των αξιών. Μπορεί τα μεν να αισθάνονται αδικημένα αλλά και τα δε φέρουν το βάρος τούτης της διαφοράς. Δεν έχει σημασία σε πια όχθη του ποταμού γεννήθηκε ο καθένας, όλοι πρέπει να μάθουν να κολυμπούν για να το διασχίσουν. Το θέμα δεν είναι οικονομικό. Τα μεν πρέπει να εργασθούν για να επιβιώσουν, τα δε είναι βολεμένα και δεν έχουν δικαίωμα να επαναστατούν, υποστηρίζουν ορισμένοι… τροφοδοτώντας το «σύστημα». Το θέμα, όμως, δεν είναι οικονομικό. Σε κανένα παιδί δεν δικαιούται κανείς να στερήσει τ’ όνειρο, την ανάγκη να δημιουργήσει και να συμμετέχει ενεργά στην κοινωνία, ούτε στα μεν ούτε στα δε, γι’ αυτό χρειάζεται η δωρεάν παιδεία και υγεία, είναι δικαίωμα όλων των παιδιών του κόσμου! Γι’ αυτό το κράτος πληρώνει τους δασκάλους κι όχι οι γονείς. Το κράτος είμαστε εμείς, ο λαός, αλλά πληρώνει (θεωρητικά) ο καθένας αναλόγως του εισοδήματος του και όποιος δεν έχει δεν πληρώνει, θα έπρεπε να τον καλύπτουν τα υπερκέρδη άλλων! Είναι απλό!

Αν τα παιδιά του κόσμου ζούσαν ευτυχισμένα, αν τους προσφέραμε εκείνα τα πράγματα που τα κάνουν ευτυχισμένα, αν τα ακούγαμε και τ’ ακολουθούσαμε στα όνειρα τους, αν τους προσφέραμε χρόνο και χώρο να δημιουργήσουν, αν σεβόμαστε την προσωπικότητα τους, ο κόσμος σήμερα θα ήταν διαφορετικός. Η ευτυχία, τα όνειρα, ο χρόνος και ο χώρος κερδίζονται με την αγάπη δεν αγοράζονται με το χρυσάφι όλου του κόσμου, το χρήμα εδώ δεν έχει την παραμικρή αξία.

Είναι ανάγκη να θυμόμαστε ότι το πρόβλημα δεν είναι οικονομικό και δεν είναι νέο. Το πρόβλημα του κόσμου ήταν ανέκαθεν ηθικό και το κλειδί της λύσης του είναι ο έλεγχος του ΕΓΩ.

Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Άρθρα. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.