Βασίσου πάνω μου.


1779802_670973752944870_1954479768_n-300x182

«Λίγες δραστηριότητες, νομίζω, φέρνουν τον άνθρωπο κοντά στον άνθρωπο όσο η ιατρική. Ερχόμαστε σε επαφή μαζί του από την αρχή, στη σχολή, όταν είμαστε φοιτητές, αναπόφευκτα και με τρόπο σκληρό. Μαθαίνουμε να αμυνόμαστε περιγελώντας τον, αλλά, κυρίως μαθαίνουμε να μιλάμε γι” αυτόν χωρίς να τον αναφέρουμε. Μέσα μας, όλοι μας το ξέρουμε: είμαστε απολύτως ανίκανοι να σώσουμε μια ζωή, το πολύ πολύ αναβάλλουμε λίγους θανάτους – πράγμα βέβαια, που δεν είναι και λίγο. Όπως λένε και οι μηδενιστές, κατά πολλούς τρόπους είμαστε ήδη καταδικασμένοι, αν και ποτέ δεν ξέρουμε τη μέρα και τον τρόπο της εκτέλεσής μας.

Για εμάς τους γιατρούς, συνέχισε ο Χόρχε, η εμπειρία της αρρώστιας ή του θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου είναι πολλές φορές αδιανόητη. Αυτό γίνεται γιατί ο πόνος, με τον οποίο μαθαίνουμε να ζούμε κατά τη διάρκεια των σπουδών μας, είναι πάντα ξένος – οπότε και απόμακρος. Ο θάνατος που μαθαίνουμε και η αρρώστια που προσπαθούμε να γιατρέψουμε να γιατρέψουμε ποτέ δεν είναι δικά μας ζητήματα, ούτε και κάποιου κοντινού μας προσώπου.

Εκπαιδευόμαστε να βλέπουμε τον θάνατο από μακριά και, αν και ζούμε μαζί του, κρατάμε απόσταση για να μπορούμε να συνεχίζουμε. Γι” αυτό, όταν ένα αγαπημένο μας πρόσωπο πεθαίνει, – μας συμβαίνει το ίδιο που συμβαίνει σε όλους, και κάτι παραπάνω: συνειδητοποιούμε αυτό που συμβαίνει σε όλους, – και κάτι παραπάνω: συνειδητοποιούμε αυτό που ήδη ξέραμε: ότι ο θάνατος υπάρχει, ότι δεν είναι απίθανο να μας αγγίξει κι εμάς κι αυτό έχει ήδη συμβεί……».
«Αλλά υπάρχει κάτι που δεν μου περνάει, Χόρχε, και δεν έχει να κάνει και με τον θάνατο. Είναι η θλίψη που ο μπαμπάς δεν είναι εδώ. Εγώ νόμιζα πως είχα μπορέσει πλέον να αποδεχτώ μέσα μου την απουσία του. Έχουν περάσει τρία χρόνια και εγώ είμαι σαράντα χρονών …… αλλά όχι».
Έκανα μια παύση και συνέχισα:
«Εννοείται πως κάθε τόσο τον θυμόμουν – αλλά όμορφα, εύθυμα, με χαμόγελο. Κάποιες φορές τον κατηγόρησα κιόλας, χωρίς τύψεις. Ο μπαμπάς έκανε λάθη μ” εμένα, με τη μαμά, με τον ίδιο τον εαυτό του. Αλλά αυτό το κενό που νιώθω τώρα, Χοντρέ, δεν το είχα ποτέ πριν. Αυτή η αίσθηση ότι τον χρειάζομαι, ότι θέλω να του πω τι μου συμβαίνει, ότι έχω ανάγκη τα λόγια του, τη συμβουλή του, το βλέμμα του… Είναι χαζό να το λέω, αλλά πραγματικά αισθάνομαι ορφανός.»
«Και πως τα πάτε με τη μαμά σου, Ντέμιαν;»
«Με τη μαμά μου δεν είναι το ίδιο. Αυτή δεν με καταλαβαίνει όπως εγώ το έχω ανάγκη. Εκείνος ήταν πολύ πραγματιστής. Τα τελευταία χρόνια επικοινωνούσαμε χωρίς να μιλάμε. Μερικές φορές, όταν δεν με έβλεπε καλά, μου έλεγε: «Πάμε καμιά βόλτα;» και πηγαίναμε για καφέ, ή για φαγητό, ή βόλτα στην πλατεία, και η κακή μου διάθεση εξαφανιζόταν.»
«Και πως τα πάτε με τη μαμά σου, Ντέμιαν;»
«Η μαμά μου ….Κάθε μέρα γίνεται και πιο κουραστική. Και γιατί χώρισα με την Γκάμπι, μια τόσο φανταστική κοπέλα που με αγαπούσε πραγματικά, κι ούτε εγώ ποτέ δεν ξέρω να εκτιμώ τα καλά που μου συμβαίνουν ούτε και τους ανθρώπους που μ” αγαπούν, κι ότι έτσι όπως πάω ποτέ δεν θα νοικοκυρευτώ, – και εδώ βρίσκεται η πραγματική της τραγωδία -, υποχρέωση να κάνω παιδιά, για να έχει εκείνη εγγόνια…»
«Φαίνεται να σε ενοχλούν πολύ αυτά που λέει….» παρατήρησε ο Χόρχε.
«Με εξοργίζουν, γι” αυτό και δεν της λέω τίποτε σχεδόν, γιατί μου φτάνουν αυτά που έχω στο δικό μου κεφάλι, έχω τους δικούς μου λόγους να κατηγορώ τον εαυτό μου, δεν χρειάζομαι και τους δικούς της. Θα πρέπει να αποδεχτεί ότι εγώ αυτός είμαι, αυτός είναι ο γιος που έχει ….».
«Μερικές φορές ναι, αλλά ήταν διαφορετικά, εκείνος δεν κόλλαγε στις ηλίθιες λεπτομέρειες ούτε και είχε καθημερινά παράπονα».
«Όχι φυσικά. Αυτή ήταν δουλειά της μαμάς σου.»
«Ναι …» απάντησα σχεδόν θυμωμένος. Και για πρώτη φορά συνειδητοποίησα το κόλπο που είχαν στήσει οι γονείς μου. Δεν ήξερα αν έπρεπε να γελάσω ή να βρίσω.
Ο Χόρχε γέλασε με κάτι που θυμήθηκε, κι άρχισε να διηγείται.

Στην είσοδο μιας εκκλησίας, κάθε Κυριακή, κάθονταν δύο ζητιάνοι, ένας σε κάθε πλευρά της εντυπωσιακής πρόσοψης του παλιού κτιριού. Γύρω στο μεσημέρι, όταν οι ενορίτες έβγαιναν από την λειτουργία, οι δύο κακομοίρηδες άρχιζαν τις ικεσίες – ο καθένας τη δική του.
«Λίγη ελεημοσύνη για τον φτωχό χριστιανό που δεν έχει να φάει….» έλεγε ο ένας.
«Λίγη ελεημοσύνη για τον φτωχό εβραίο που πεινάει και κρυώνει ….» κλαψούριζε ο άλλος, είκοσι μέτρα μακρύτερα.
Σχεδόν όλοι όσοι έβγαιναν από την εκκλησία, μόλις άκουγαν τους θρήνους και τις ικεσίες τους, πλησίαζαν τον χριστιανό ζητιάνο και, με πολλή φυσικότητα, άφηναν ένα νόμισμα στο καπέλο του. Ελάχιστοι μόνο άφηναν από ένα νόμισμα στα καπέλα και των δύο.
Αυτό επαναλαμβανόταν κάθε Κυριακή. Ήταν προφανές ότι ο χριστιανός ζητιάνος έπαιρνε πολύ περισσότερη βοήθεια από τον άλλον.
Ο παπάς της εκκλησίας ήταν άνθρωπος με πολύ καλή καρδιά, και είχε παρατηρήσει με θλίψη αυτό που συνέβαινε. Στο κυριακάτικο κήρυγμά του είχε παρακαλέσει πάνω από μια φορά, αυτούς που μπορούσαν να προσφέρουν βοήθεια, να το κάνουν χωρίς διακρίσεις. Έτσι, προσπαθούσε να βοηθήσει όχι μόνο την ενορία του στην πνευματική της εξέλιξη, αλλά και τους ζητιάνους του ναού.
Μια Κυριακή, όταν όλος ο κόσμος είχε φύγει, ο ίδιος ο παπάς βγήκε στην πόρτα και, πλησιάζοντας τον χριστιανό, του άφηνε ένα νόμισμα στο καπέλο καθώς άφηνε το σημάδι του σταυρού. Μετά, διέσχισε την πρόσοψη κι άφησε ένα νόμισμα και στο καπέλο του εβραίου.
«Ευχαριστώ πολύ, πάτερ» είπε ο άνθρωπος.
«Μπορώ να σου πω κάτι, γιε μου;»
«Ναι, πάτερ.»
«Εμένα δεν με πειράζει να ζητάς ελεημοσύνη στην πόρτα του ναού και είμαι βέβαιος ότι ούτε και τους ενορίτες μου, αλλά θέλω να σε ρωτήσω, αφού είσαι αναγκασμένος να ζητιανεύεις, και μιας και η ελεημοσύνη εξαρτάται από τη διάθεση αυτού που δίνει … Δεν θα ήταν καλύτερα για σένα αν ζητιάνευες έξω από μια συναγωγή; Ή, τουλάχιστον, δε θα ήταν καλύτερα, όταν είσαι εδώ, να ζητάς ελεημοσύνη χωρίς να αναφέρεις τη θρησκεία σου;»
«Θα το σκεφτώ, πάτερ, ευχαριστώ».
«Παρακαλώ, γιέ μου» είπε ο παπάς, «και ο Θεός να σε ευλογεί.»
Ο παπάς μπήκε στο ναό κλείνοντας πίσω του στην παλιά ξύλινη πόρτα.
Ο χριστιανός στράφηκε στον άλλο και του είπε:
«Kαλός άνθρωπος, ε;»
Ο άλλος ζητιάνος τον κοίταξε δείχνοντας με μια κίνηση του κεφαλιού προς την πόρτα που είχε μόλις κλείσει, και του είπε:
«Ναι, Σαμουέλ. Αλλά δεν θα μας μάθει εμάς πώς να στήνουμε επιχειρήσεις…. ε;»
Γέλασα μαζί του και κατανόησα βαθύτερα αυτό που αισθανόμουν.
«Μια ακόμη αιτία για να νοσταλγώ τον πατέρα μου. Τώρα που έχει μείνει μόνο ο ένας ζητιάνος, δεν λειτουργεί πια το κόλπο.»
«Και, εκτός απ” αυτό, αυτοί που μένουν τείνουν πάντα να πιστεύουν ότι άξιζε περισσότερο αυτός που έφυγε» σχολίασε ο Χόρχε.
«Βέβαια, Χόρχε, μπορεί. Αλλά είτε με τη μεγαλύτερη αναγνώριση του κόσμου, είτε με τη χειρότερη απαξίωση, εγώ αισθάνομαι ένα κενό μέσα μου από τότε που πέθανε. Ο χώρος που καταλάμβανε είναι τώρα κενός (όσο μιλούσα, τόσο αισθανόμουνα το κενό να μεγαλώνει). Δεν είναι πια εδώ. Θυμάμαι ότι είχα ένα πατέρα, αλλά ξέρω ότι πια δεν τον έχω. Πλέον, δεν είμαι γιος του. Γι” αυτό λέω πως αισθάνομαι ορφανός, καταλαβαίνεις;»
«Φυσικά. Αλλά, παραδόξως, αν και αυτός δεν είναι πια πατέρας σου γιατί έχει πεθάνει, εσύ συνεχίζεις να είσαι γιος του, και επίσης να σου θυμίσω ότι έχεις τη μαμά σου».
«Ναι, προς το παρόν, η αλήθεια είναι ότι, αν πάθαινε κάτι, δεν θα ήξερα πώς να συνεχίσω. Θα μετατρεπόμουν σ” ένα φελλό – χωρίς ρίζες. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, κι ας είμαι ολόκληρος άντρας. Μου φαίνεται πως θα έμενα μόνος, ξεκάρφωτος, χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον.»
Ίσως αυτό να προσπαθεί να σου πει η μαμά σου Ντέμι.
Μπορεί, ίσως να θέλει να θέλει να σε προφυλάξει από τον κίνδυνο να μείνεις χωρίς σχέδια. Να σταματήσεις να εξελίσσεσαι».
«Μα, αυτή το μόνο που μου λέει είναι ότι πρέπει να της κάνω εγγόνια …. Πως γίνεται να κάνω τόσο οριστικό, για να διασκεδάσει αυτή;»
«Πάντα χρησιμοποιεί το ίδιο επιχείρημα, για να σου πει να κάνεις παιδιά;»
«Όχι, το άλλο είναι ακόμα πιο παράλογο. Λέει πως θα μου έκανε καλό, πως θα γινόμουν πολύ καλός πατέρας και πως σε κάποιο σημείο του σύμπαντος βρίσκονται τα αστεράκια των μελλοντικών παιδιών μου περιμένοντας την αποφασή μου … Τι ανοησία! Οι γυναίκες έχουν μητρικό ένστικτο τόσο έντονο που, μόλις δούν πως κάποιος δεν θέλει να κάνει παιδιά, απλώς αδυνατούν να το καταλάβουν».
Δεν χρειάστηκε παραπάνω από ένα βλέμμα και μια σιωπή του Χόρχε, για να φύγω από το ιατρείο με τη σκέψη πως ίσως, αν και μου ήταν δύσκολο να το παραδεχτώ, η μαμά μου μπορεί να είχε και λιγάκι δίκιο. Ανέβηκα στο λεωφορείο με την ανάμνηση εκείνης της κουβέντας που μου πέταξε ο πατέρας μου τη μέρα που πήρα πτυχίο:
«To ότι έχω εσένα» μου είχε πει χωρίς καμιά επιτήδευση, «είναι το καλύτερο που μου έχει συμβεί στη ζωή. Και γι αυτό, ποτέ δεν θα σταματήσω να ευγνωμονώ τη μητέρα σου».

ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ – ΒΑΣΙΣΟΥ ΠΑΝΩ ΜΟΥ

http://www.eglimatologia.gr/%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%AF%CF%83%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89-%CE%BC%CE%BF%CF%85/

Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Άρθρα. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.